Γλώσσα: Λεξιλογικές - σημασιολογικές παρατηρήσεις

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ
Σκεφτείτε ένα συνώνυμο για να βρείτε ένα αντίθετο γι' αυτό το συνώνυμο. Π.χ. το αντίθετο της λέξης αυθεντικό, είναι το γνήσιο και συνώνυμο το πλαστό.

Α.Ι.5. Να απαντήσουν σε δύο (2) ή τρεις (3) λεξιλογικές – σημασιολογικές παρατηρήσεις με λέξεις ή φράσεις από το αδίδακτο κείμενο.

 

Ενδεικτικά:

>> Ετυμολογία - Παραγωγή - Σύνθεση: προθήματα και επιθήματα, σύνθετα, οικογένειες λέξεων

>> Μορφοσημασιολογικές πληροφορίες: συνώνυμα - αντώνυμα, ομώνυμα, παρώνυμα, πολυσημία, ομόρριζα

>> Λόγιες λέξεις/φράσεις και λέξεις/φράσεις της Αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής Γλώσσας, ξένες λέξεις, δάνεια και αντιδάνεια

(μονάδες 8)

 

Ας δούμε όλες τις αντίστοιχες ασκήσεις που μπήκαν στις Παγκύπριες Εξετάσεις από το 2006 μέχρι σήμερα.

 

ΣΥΝΩΝΥΜΑ

αδιάσπαστα = Άρρηκτα, αδιαχώριστα, ακατάλυτα, στενά, αδιάρρηκτα, στέρεα, στερεά, αναπόσπαστα.

ακάθεκτ = ακατάπαυστα, ακατάσχετα, ακράτητα, ανεμπόδιστα, ανεπίσχετα, απότομα, ασταμάτητα, ασυγκράτητα, αχαλίνωτα, έντονα, καταιγιστικά, ορμητικά, ραγδαία, σφοδρά

αλληλεγγύη = συμπαράσταση, αλληλοβοήθεια, αλληλοενίσχυση, αλληλοϋποστήριξη

αναγκαίους = αναγκαστικούς, υποχρεωτικούς, αναπόφευκτους, απαραίτητους, βασικούς, ζωτικούς

ανία = πλήξη, βαριεστημάρα, βαρεμάρα, αθυμία

αντικατοπτρίζει = αντανακλά, αντικαθρεφτίζει, καθρεφτίζει, απηχεί, φανερώνει, προβάλλει, απεικονίζει, δείχνει, ανακλά.

Απεμπόλησε = εγκατέλειψε, πρόδωσε, έχασε, απαρνήθηκε, αποποιήθηκε, ξεπούλησε, απώλεσε

Αποβλέπει = Επιδιώκει, αποσκοπεί, στοχεύει, προσβλέπει, σκοπεύει.

αποφασιστική = καθοριστική, πρωταρχική, πρωτεύουσα, βαρύνουσα, μεγάλη, καίρια, ουσιαστική, ουσιώδη, ζωτική, θεμελιώδη, καταλυτική

ασήμαντο = επουσιώδες, ευτελές, αδιάφορο, δευτερεύον, μηδαμινό, αμελητέο

διαμόρφωση = διάπλαση, πλάσιμο, δημιουργία, ανάπτυξη

διέβλεπαν = διαισθάνονταν, διέκριναν, είκαζαν, μάντευαν, οσμίζονταν, προέβλεπαν, προείκαζαν, προφήτευαν, συλλάμβαναν, συμπέραιναν, υποπτεύονταν, ψυχανεμίζονταν

εκφάνσεις = εκφράσεις, πλευρές, όψεις, εκδηλώσεις, πτυχές, μορφές, παραμέτρους

εμφανές = φανερό, ολοφάνερο, προφανές, πρόδηλο, ξεκάθαρο, αυτονόητο, ορατό, καταφανές, έκδηλο, κατάδηλο, αυτόδηλο, πασίδηλο, πασιφανές, εξόφθαλμο, ευδιάκριτο, οφθαλμοφανές

επαναστατικές = ριζοσπαστικές, ριζικές, ρηξικέλευθες, καινοτόμες, ανατρεπτικές, νεωτεριστικές, νεωτερικές, πρωτοποριακές.

επιμέλεια = φροντίδα, ενδιαφέρον, μέριμνα, προσοχή, ζήλος

επιτακτικών = άμεσων, αναγκαίων, αναγκαστικών, απαραίτητων, αυστηρών, διατακτικών, κατηγορηματικών, κελευστικών, προστακτικών, υποχρεωτικών

εφήμερα = πρόσκαιρα, παροδικά, προσωρινά

καθοδηγεί = υποδεικνύει, κατευθύνει, οδηγεί, προσανατολίζει, συμβουλεύει, νουθετεί, δασκαλεύει

καταστροφικές = ολέθριες, ισοπεδωτικές, καταστρεπτικές, εξολοθρευτικές, φονικές, αφανιστικές, σαρωτικές

κατοχυρώνει = εξασφαλίζει, διασφαλίζει, διαφυλάττει, προστατεύει

μέριμνα = Φροντίδα, έγνοια, επιμέλεια, ενδιαφέρον, πρόνοια, μέλημα.

ξεπερασμένη = απαρχαιωμένη, απηρχαιωμένη, παρωχημένη, ξεθωριασμένη, τετριμμένη, πεπαλαιωμένη, παρελθούσα

Ολέθριο = καταστρεπτικό, καταστροφικό, εξοντωτικό, αφανιστικό, θανάσιμο, εγκληματικό, φονικό, μοιραίο

πάγια = σταθερά, μόνιμα, αμετακίνητα, αμετάβλητα

προαγωγή = ανάπτυξη, εξέλιξη, πρόοδος, βελτίωση, αναβάθμιση

προσοδοφόρες = κερδοφόρες, επικερδείς

πρόσχημα = αφορμή, δικαιολογία, επινόηση, «πάτημα», προκάλυμμα, προπέτασμα, πρόφαση, σόφισμα, τέχνασμα

Υποταγμένος = υποδουλωμένος, σκλαβωμένος, παραδομένος, εγκλωβισμένος

φρόνηση = σύνεση, σωφροσύνη, φρονιμάδα, λογική, νουνέχεια, περίσκεψη, λογικότητα, εχεφροσύνη, ορθοφροσύνη, μυαλοσύνη, σοφία, περίνοια, ευθυκρισία, ορθολογισμός

χρέος = υποχρέωση, καθήκον, οφειλή, ευθύνη.

 

ΑΝΤΙΘΕΤΑ

αντιστρατεύονται = συστρατεύονται, συμφωνούν, συμπράττουν, συνεργούν, ενισχύουν, συμπορεύονται, συμπλέουν, συμβαδίζουν, συντάσσονται, συμπαρατάσσονται, συμμαχούν.

αντιτίθεται = συμφωνεί, επικροτεί, συγκατατίθεται, συγκατανεύει, συνάδει, συμπλέει, συμπορεύεται, συναινεί, συμπράττει, καταφάσκει, συστρατεύεται, συμμαχεί, συνηγορεί, υπερθεματίζει, συνταυτίζεται, υποστηρίζει.

αξιοπρέπειας = αναξιοπρέπεια, μικροπρέπεια, ποταπότητα, ευτέλεια

αποσιωπούνται = ανακοινώνονται, αναφέρονται, αποκαλύπτονται, γνωστοποιούνται, δηλώνονται, δημοσιοποιούνται, διαλαλούνται, διατυμπανίζονται, εκθέτονται, κοινοποιούνται, λέγονται, «ξεσκεπάζονται», προβάλλονται, τονίζονται, υπερτονίζονται, φανερώνονται.

ατεκμηρίωτο = αποδεικτέο, αποδείξιμο, βάσιμο, διαπιστώσιμο, επαληθεύσιμο, εξακριβώσιμο, πιστοποιήσιμο, πειστικό, τεκμαρτό, τεκμηριωτέο

αυθεντικό = πλαστό, πλασματικό, ψεύτικο, φτιαχτό, επίπλαστο, κίβδηλο, νόθο, κάλπικο, τεχνητό

βελτίωση = χειροτέρευση, επιδείνωση, οπισθοδρόμηση, υποβάθμιση

βελτίωσης = επιδείνωσης, χειροτέρευσης

γνώση = άγνοια, αγνωσία, αμάθεια

δεσμεύουν = αποδεσμεύουν, ελευθερώνουν, απελευθερώνουν, αφήνουν, απαλλάσσουν

διαρκή = στιγμιαία, ακαριαία, ασυνεχή, σποραδική, εφήμερη, προσωρινή, παροδική, συνοπτική, διακοπτόμενη, διακεκομμένη, βραχύχρονη, βραχυπρόθεσμη, ολιγοχρόνια, σύντομη, περιορισμένη

δυσοίωνες = ευοίωνες, αισιόδοξες, θετικές, ελπιδοφόρες

δυσοίωνο = αίσιο, αισιόδοξο, ελπιδοφόρο, ευμενές, ευνοϊκό, ευοίωνο, θετικό, καλοσήμαδο, λαμπρό, φωτεινό

εξευτελισμός = μικρότητα, απρέπεια, χαμέρπεια.

ευμάρεια = ανέχεια, απορία, δυσπραγία, δυστυχία, ένδεια, εξαθλίωση, κακοπέραση, λιτότητα, μιζέρια, ολιγάρκεια, πενία, στέρηση, φτώχεια/φτώχια

έχουν συρρικνωθεί = έχουν αναπτυχθεί, έχουν αυξηθεί, έχουν ενισχυθεί, έχουν εξακτινωθεί, έχουν (εξ)απλωθεί, έχουν επεκταθεί, έχουν γιγαντωθεί, έχουν διανοιχθεί, έχουν (δια)πλατυνθεί, έχουν διευρυνθεί, έχουν διογκωθεί, έχουν μεγαλώσει, έχουν μεγεθυνθεί, έχουν μεγιστοποιηθεί, έχουν πολλαπλασιαστεί

καταξιώνονται = απαξιώνονται, απορρίπτονται, μηδενίζονται, παραγνωρίζονται

κρυβόμαστε = φανερωνόμαστε, αποκαλυπτόμαστε, εμφανιζόμαστε, παρουσιαζόμαστε, φαινόμαστε

νουνεχείς = ακατανόητους, άλογους, άμυαλους, ανεγκέφαλους, άνοες, ανόητους, απερίσκεπτους, ασύνετους, αφελείς, άφρονες, βλάκες, εξωφρενικούς, κρετίνους, μωρούς, παράλογους, χαζούς

πολυτέλειας = λιτότητας, απλότητας, ολιγάρκειας, φτώχιας, ευτέλειας, φτήνιας, ταπεινότητας, μιζέριας, ανέχειας, ένδειας, πενίας, εξαθλίωσης, δυσπραγίας, απορίας, στέρησης

πρωταρχική = δευτερεύουσα, επουσιώδης, ασήμαντη, έσχατη, αμελητέα.

ραγδαία = αργά, βαθμηδόν, βαθμιαία, βραδέως, ήπια, ήσυχα, κλιμακωτά, μαλακά, σιγανά, σταδιακά

σταθερό = ασταθές, άστατο, μεταβλητό, ευμετάβλητο

συλλογικής = ατομικής, προσωπικής, μεμονωμένης.

συναίνεση = άρνηση, απόρριψη, διαφωνία

σύνθετο = απλό, μονοδιάστατο, μονοσήμαντο, μονομερές, μονόπλευρο

υποστηρίζει = υπονομεύει, εναντιώνεται, αντιστρατεύεται, παρακωλύει, παρεμποδίζει, αποδυναμώνει, αποδοκιμάζει, αντιτάσσεται, υποσκάπτει, αποκηρύττει, αμφισβητεί, αποδοκιμάζει, αντιμάχεται, κατηγορεί, κατατρέχει, αντιτίθεται, διαφωνεί, αντικρούει

 

ΠΑΡΑΓΩΓΑ

αναπτύσσει = [ΟΥΣ] ανάπτυξη, ανάπτυγμα αναπτυξιακός, αναπτύξιμος

αντιλαμβάνεται = [ΟΥΣ] αντίληψη, αντιλαβή, αντιληπτικότητα, αντιλήπτωρ [ΕΠΙΘ.] αντιληπτικός, αντιληπτός, αντιληπτέος, αντιλήψιμος

αντιλαμβανόμαστε = [ΟΥΣ] αντιληπτικότητα, αντιλήπτορας, αντίληψη [ΕΠΙΘ.] αντιληπτέος-α-ο αντιληπτικός-ή-ό αντιληπτός-ή-ό, αντιλήψιμος-η-ο

αντιμετωπίσουν = [ΟΥΣ] αντιμετώπιση αντιμέτωπος,-η,-ο, [ΕΠΙΘ.] αντιμετωπίσιμος,-η,-ο

απαγορεύω = [ΟΥΣ] απαγόρευση [ΕΠΙΘ.] απαγορευτικός, απαγορεύσιμος

απελευθερώνει = [ΟΥΣ] απελευθέρωση, απελευθερωτής [ΕΠΙΘ.] απελευθερωτικός, απελεύθερος

αποβούν = [ΟΥΣ] απόβαση, αποβάθρα [ΕΠΙΘ.] αποβατικός

αποκλείω = [ΟΥΣ] αποκλεισμός, αποκλειστικότητα, απόκλειση [ΕΠΙΘ.] αποκλειστικός, αποκλειστέος

αυξήθηκαν = [ΟΥΣ] αύξηση [ΕΠΙΘ.] αυξητικός,-ή,-ό

βασίζεται = [ΟΥΣ] βάση, βασιμότητα, βασικότητα [ΕΠΙΘ.] βασικός, βάσιμος

βελτιώθηκαν = [ΟΥΣ] βελτίωση, βελτιωτής [ΕΠΙΘ.] βελτιωτικός, η, ο βελτιώσιμος, η, ο

εκμεταλλεύεται = [ΟΥΣ] εκμετάλλευση, εκμεταλλευτής [ΕΠΙΘ.] εκμεταλλεύσιμος, η, ο, εκμεταλλευτικός, η, ο

επιβάλλονται = [ΟΥΣ] επιβολή [ΕΠΙΘ.] επιβλητικός

επιβάλλω = [ΟΥΣ] επιβολή, επιβλητικότητα [ΕΠΙΘ.] επιβλητικός, επιβλητέος, επιβλητικότητα επιβλητέος

ευνοεί = [ΟΥΣ] εύνοια [ΕΠΙΘ.] ευνοϊκός

εφαρμόστηκαν = [ΟΥΣ] εφαρμογή, εφαρμοστής [ΕΠΙΘ.] εφαρμόσιμος, η, ο εφαρμοστός, η, ο, εφαρμοστέος, α, ο, εφαρμοστικός, ή, ό

έχει υπερβεί = [ΟΥΣ] υπέρβαση, υπερβασία, υπερβατικότητα, υπερβατισμός [ΕΠΙΘ.] υπερβάσιμος-η-ο υπερβατικός-ή-ό, υπερβατός-ή-ό

καταναλώνουμε = [ΟΥΣ] κατανάλωση, καταναλωτής, καταναλωτισμός [ΕΠΙΘ.] καταναλωτικός,-ή,-ό, καταναλώσιμος,-η,-ο

κυριαρχεί = [ΟΥΣ] κυριάρχηση, κυριαρχία [ΕΠΙΘ.] κυριαρχικός-ή-ό, κυρίαρχος-η-ο

να αμφισβητήσει = [ΟΥΣ] αμφισβήτηση, αμφισβητίας [ΕΠΙΘ.] αμφισβητήσιμος, η, ο

νοείται = [ΟΥΣ] νόηση [ΕΠΙΘ.] νοητός

νόημα = [ΟΥΣ] νοημοσύνη, νοήμων [ΕΠΙΘ.] νοητικός, νοηματικός, νοερός

οργανώνεται = [ΟΥΣ] οργάνωση, οργανωτής [ΕΠΙΘ.] οργανωτικός, οργανώσιμος

παράγουμε = [ΟΥΣ] παραγωγή, παραγωγικότητα, παραγωγός, παράγοντας [ΕΠΙΘ.] παραγωγικός,-ή,-ό, παράγωγος,-η,-ο, παραγωγίσιμος, -η,-ο

περιοριστούμε = [ΟΥΣ] περιορισμός, περιοριστής [ΕΠΙΘ.] περιορίσιμος, περιοριστικός, περιοριστέος

πηγάζει = [ΟΥΣ] πηγή, πηγάδι, πηγαδάκι, πηγαδάς [ΕΠΙΘ.] πηγαίος, πηγαδίσιος

Προκαλεί = [ΟΥΣ] πρόκληση [ΕΠΙΘ.] προκλητικός

προσέχω = [ΟΥΣ] προσοχή [ΕΠΙΘ.] προσεχής, προσεκτικός, προσεκτέος

προσφέρει = [ΟΥΣ] προσφορά, πρόσφορο [ΕΠΙΘ.] πρόσφορος, προσφερτός

σπαταλά = [ΟΥΣ] σπατάλη [ΕΠΙΘ.] σπάταλος

συμβάλλει = [ΟΥΣ] συμβολή, σύμβολο, συμβόλαιο [ΕΠΙΘ.] συμβολικός, συμβλητός, συμβλητικός

 

ΣΥΝΘΕΤΙΚΑ (ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ)

ανεπηρέαστη = α(στερ.)/αν(στερ)/α+ν/α/α(ν) + επηρεάζω/επηρεασμός/επήρεια

αποκλεισμοί = από + κλείω (κλείνω)

ασθένειες = α (στερ.) + σθένος

έλλειψη = εν + λείπω

οδηγούν = οδός + άγω

οριοθετούν = όριο -α + θέτω (τίθημι)

σύγχρονος = συν + χρόνος

συνοχή = συν + έχω

συντομίας = συν + τόμος/τομή/τέμνω

τεχνολογιών = τέχνη + λόγος/λέγω

 

>> Να αναλύσεις τις πιο κάτω λέξεις στα συνθετικά τους μέρη και (α) να σχηματίσεις με το δεύτερο συνθετικό τους, μια νέα σύνθετη λέξη:

 

διαμόρφωση = διά + μόρφωση/μορφώνω/μορφή

παραμόρφωση, επιμόρφωση, συμμόρφωση, αναμόρφωση, αναμορφωτήριο, μορφοποιώ, μορφοποίηση, μορφολογία, όμορφος, άμορφος, δύσμορφος, …

αφυπνίζει = από + ύπνος/υπνώττω

άυπνος, αϋπνία, ξάγρυπνος, ξαγρυπνώ, έξυπνος, εξυπνάδα, υπνοβάτης, υπνόσακκος, υπνοπαιδεία, υπνοδωμάτιο, υπνοθεραπεία, ενύπνιον, αγρυπνία, επαγρύπνηση, υπνοβασία, υπνοφόρος, ξυπνώ, ξυπνητήρι, …

 

ενίσχυση = εν + ισχύς / ισχύω

ισχυρός, ισχυροποιώ, ισχυρίζομαι, ισχυρισμός, ισχυρογνώμων, υπερισχύω, υπερίσχυση, πανίσχυρος...

καθορίζει = κατά + ορίζω / όρος / ορισμός

οριστικός, οριστικοποιώ, προσδιορίζω, προσδιορισμός, προσδιοριστικός, περιορίζω, περιορισμός, περιοριστικός, διορίζω, διορισμός, αδιόριστος, οριακός...

 

(β) να σχηματίσεις μια νέα σύνθετη λέξη:

λόγος: βιολογία, φιλολογία, αναλογία, παράλογος, λογοκρισία, λογοτεχνία, λογοτεχνικός, λογοφέρνω, επιλέγω, διαλέγω, αντιλέγω κ.ά.

άγω: παιδαγωγός, διαγωγή, παραγωγή, στρατηγός, λοχαγός, ανάγωγος κ.ά.

ΑΝΤΙΔΑΝΕΙΑ

Μια ξεχωριστή κατηγορία δανείων είναι τα αντιδάνεια. Είναι λέξεις που «ταξίδεψαν» από τα αρχαία ελληνικά σε άλλη γλώσ­σα ή σε άλλες γλώσσες (συνήθως λατινικά και ιταλικά, γαλλικά κτλ.) και επανήλθαν στα νέα ελληνικά με τη μορφή δανείων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι λέξεις γκάζι (< χάος), καναπές (< κωνώπιον), πλαζ (< πλάγιος).

 

ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΡΗΤΑ

Amantes amentes = οι ερωτευμένοι [είναι] τρελοί (Τερέντιος, 185-159 π.Χ.).

In vino veritas = εν οίνω η αλήθεια, στο κρασί η αλήθεια.

Res, non verba = έργα, όχι λόγια.

Verba volant, scripta manent = τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν, βασισμένο στο ομηρικό «έπεα πτερόεντα».

Timeo Danaos et dona ferrentes = φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας, (Βιργίλιος, 70-19 π.Χ., Λατίνος ποιητής).

Timendi causa est nescire = η αιτία του φόβου είναι η άγνοια (Σενέκας, 4 μ.Χ.-65 μ.Χ., Ρωμαίος φιλόσοφος).

Oderint, dum metuant = ας με μισούν, αρκεί να με φοβούνται (Καλιγούλας, Ρωμαίος αυτοκράτορας).

Corruptio optimi pessima = η διαφθορά των αρίστων είναι η χειρότερη.

Ave Caesar, morituri te salutant = Χαίρε Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν. Ο χαιρετισμός των μονομάχων πριν από τους αγώνες στις ρωμαϊκές αρένες.

Dum spiro spero = όσο αναπνέω ελπίζω.

Cogito ergo sum = σκέφτομαι, άρα υπάρχω Καρτέσιος (Descartes), 1596-1650, Γάλλος φιλόσοφος.

Citius, Altius, Fortius = πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά (Πιέρ ντε Κουμπερντέν, 1863-1937, Γάλλος αναβιωτής των Ολυμπιακών). Μότο των Ολυμπιακών αγώνων, εμπνευσμένο από τον θυρεό του σχολείου του.

Nil desperandum! = ποτέ μην απελπίζεσαι (Οράτιος, 65-8 π.Χ., Λατίνος ποιητής).

Veni, vidi, vici = Ήρθα, είδα, νίκησα (Ιούλιος Καίσαρ, 101-14 π.Χ., Ρωμαίος στρατηγός και ύπατος).

Dura lex, sed lex = σκληρός νόμος, αλλά νόμος.

Summum jus, summa injuria = υπέρτατη (υπερβολική) δικαιοσύνη, υπέρτατη αδικία.

Carpe diem = άρπαξε [και αξιοποίησε] τη μέρα (Οράτιος, 65-8 π.Χ., Λατίνος ποιητής).

O tempora! Ο mores! = ω καιροί, ω ήθη! (Κικέρων, 106-43 π.Χ., Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός).

Ad calendas Graecas = στις ελληνικές καλένδες. Παροιμιακή φράση (που σημαίνει «ποτέ»).

 

ΓΝΩΣΤΕΣ ΛΑΤΙΝΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ

a posteriori = εκ των υστέρων

a priori = εκ των προτέρων, θεωρητικά, χωρίς παρατήρηση

ad hoc =  γι 'αυτό ειδικά

advocatus diaboli = ο δικηγόρος του διαβόλου

alma mater = τροφός μητέρα (χρήσ. για πανεπιστήμια)

alter ego = ο άλλος εαυτός

altera pars = η άλλη πλευρά

a cappella = στην εκκλησία (μτφ., χωρίς τη συνοδεία μουσικής)

anno domini = [κατά] το έτος του Κυρίου

aqua fortis = νιτρικό οξύ

aqua vitae = νερό της ζωής (χρησ. για αλκοολούχα ποτά)

audio, video, disco = ακούω, βλέπω, μαθαίνω

bona fide = με καλή πίστη

bona fortuna = καλή τύχη

casus belli = αιτία πολέμου

cum laude = μετά επαίνου

curriculum vitae = πορεία της ζωής (βιογραφικό σημείωμα)

de facto = εμπράκτως, εκ των πραγμάτων

de iure = σύμφωνα με το νόμο, δικαιωματικά

de profundis = εκ βαθέων (Ψαλμοί Δαβίδ)

erga omnes = έναντι όλων

ex cathedra = από καθέδρας

ex libris = από τη βιβλιοθήκη, από τη βιβλιογραφία

ex officio = από θέσεως ισχύος

habeas corpus = πρέπει να έχεις το σώμα (πρέπει να δικαιολογείς την δίκη)

hic et nunc = εδώ και τώρα

homo erectus = όρθιος άνθρωπος (ανθρωπολογικός όρος)

homo sapiens = έμφρων άνθρωπος (ανθρωπολογικός όρος)

homo universalis = άνθρωπος με γενικά ενδιαφέροντα και πολλές γνώσεις

honoris gratia = τιμής ένεκεν

in absentia = ερήμην

in extremis = στα άκρα, σε ακραία περίπτωση, στην εσχάτη περίπτωση

in memoriam = εις μνήμην

in nomine domini = εις το όνομα του Κυρίου

in principio = επί της αρχής

in promptu = με ετοιμότητα, άμεσα (γρήγορα)

in situ = επί τόπου, αυτοψία

in vitro = στο γυαλί (μτφ. σε τεχνητές συνθήκες, στο εργαστήριο)

in vivo = σε πραγματικές συνθήκες

ipso facto = με βάση το γεγονός αυτό καθαυτό

lapsus calami = τυπογραφικό λάθος

lapsus linguae = γλωσσικό ολίσθημα

lingua franca = Γαλλική γλώσσα (μτφ., οικουμενική γλώσσα)

Magna Carta = μεγάλο χαρτί, η σύμβαση των δικαιωμάτων του 1215 (Αγγλία)

magna cum laude = με μεγάλο έπαινο

magnum opus = το μεγάλο έργο (της ζωής)

manus in mano = χέρι-χέρι

mare nostrum = η θάλασσά μας (η Μεσόγειος)

mea culpa =  λάθος μου

memorandum = υπόμνημα, μνημόνιο

modus vivendi = τρόπος ζωής

moratorium = καθυστέρηση

mutatis mutandis = μετά τις απαραίτητες αλλαγές, τηρουμένων των αναλογιών

novus ordo = νέα τάξη

Opus Dei = έργο του Θεού (παραθρησκευτική οργάνωση των Καθολικών)

pater familias = ο πατέρας της οικογένειας

pax romana = ρωμαϊκή ειρήνη

per capita = κατά κεφαλήν

per cent = τοις εκατό

per se = καθ' εαυτόν, μόνος του, μόνο του

persona non grata = ανεπιθύμητο πρόσωπο

post hoc = μετά από αυτό

post mortem = μετά θάνατον (και αυτοψία)

primus inter pares = πρώτος μεταξύ ίσων (τίτλος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων)

pro bono [publico] = για το [κοινό] καλό

pro forma = για τους τύπους (τυποποιημένο έγγραφο)

pro patria = υπέρ πατρίδος

quid pro quo = κάτι για κάτι (κάτι σε ανταπόδοση)

quo vadis? = πού πηγαίνεις;

scripta manent = τα γραπτά μένουν

sine nobilitatis = χωρίς ευγενική καταγωγή (κατά μια ερμηνεία από εδώ προέρχεται και το αγγλικό snob = ο σνομπ)

sine qua non = εκ των ων ουκ άνευ

status quo = το κατεστημένο, η υπάρχουσα κατάσταση

sui generis = ιδιότυπος, ιδιότροπος, ιδιόμορφος

summa summarum = το άθροισμα των αθροισμάτων, τελικό άθροισμα

tabula rasa = λευκή πλάκα, μετφ. άγραφο χαρτί, σε νέα βάση

terra incognita = άγνωστη γη

veni, vidi, vici = ήρθα, είδα, νίκησα

verbatim = (ακριβώς), κατά λέξη

verbatim ac litteratim = κατά λέξη και κατά γράμμα

vice versa = και αντιστρόφως, ανάποδα

vivat = ζήτω

ab ovo = από το αβγό (μτφ. εξαρχής)

delirium tremens = τρομώδες παραλήρημα

divide et impera = διαίρει και βασίλευε

inter alliasallia) = μεταξύ των άλλων

per diem = κάθε μέρα (Σήμερα με την έννοια του επιδόματος για τα καθημερινά έξοδα)

 

ΛΑΤΙΝΙΚΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

post scriptum P.S. υστερόγραφο

et cetera etc. και λοιπά (κ.λπ.)

id est  i.e. αυτό σημαίνει, δηλαδή

exempli gratia e.g. παραδείγματος χάριν (π.χ.)

et alii  et al. και άλλοι (κ.ά.)

ante meridiem a.m. προ μεσημβρίας

post meridiem p.m. μετά μεσημβρίαν

versus vs. έναντι, εναντίον

artium baccalaureus BA Bachelor of Arts (τίτλος σπουδών)

artium magister MA Master of Arts

 

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Επόμενο άρθρο:

Αφιέρωμα

Παραγωγή επικοινωνιακού λόγου 

Γράφετε σε γ' ενικό ή πληθυντικό & σπανιότερα σε α'πληθυντικό πρόσωπο. Στόχος είναι η πειθώ. Η γλώσσα χρησιμοποιείται με την αναφορική λειτουργία της.

05 / 12
Επιστροφή
στην αρχή