Γιατί ο προπονητής της Αργεντινής είναι άσχετος;

ΑΠΟΨΗ /ΣΦΑΙΡΙΚΑ

Το ποδόσφαιρο, όπως προέκυψε από τους «βασικούς κανόνες» που καταρτίστηκαν για πρώτη φορά στην Πανεπιστημιούπολη του Κέιμπριτζ το 1848

Παρακολουθώ, όπως οι περισσότεροι, το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου της Ρωσίας παρότι είμαι φαν της καλαθόσφαιρας. Με τα δικά μου δεδομένα, στο ποδοσφαιρικό στερέωμα δεν υπάρχει κατ' αντιστοιχία ένας ΛεΜπρόν, ένας Αντετοκούνμπο ή ένας Γκάλης. Από πλευράς φιλοσοφίας του αθλήματος, τα πράγματα εδώ είναι πιο απλά. Βάζεις μέσα 11 παίκτες και μπορείς να αλλάξεις μέχρι 3. Έμαθαν και κανένα-δύο όρους από την καλαθόσφαιρα, όπως zone press και press defense, και απέκτησαν και στοιχειώδη τακτική. Το κυριότερο πλεονέκτημα βέβαια του ποδοσφαίρου, γι' αυτό και είναι τόσο λαοφιλές, είναι ότι δεν απαιτεί ιδιαίτερα σωματικά προσόντα. Στο ποδόσφαιρο όλοι παίζουν, κυρίως όμως όλοι ονειρεύονται ότι μπορούν να παίξουν. Ψηλοί, κοντοί, ακόμα και παχουλοδροσάτοι, όπως ήταν ο Ρονάλντο, το φαινόμενο της Βραζιλίας το 2002, αλλά και ο Μαραντόνα, όπως εμφανίστηκε στο Μουντιάλ στις ΗΠΑ το 1994. Μπορούν να παίζουν ακόμα και «σακάτηδες», όπως αποκάλεσε τον Γκαρίντσα ο ανόητος προπονητής της Σουηδίας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958, επειδή το ένα του πόδι ήταν κοντύτερο έξι πόντους από το άλλο λόγω παραμόρφωσης στη σπονδυλική στήλη. Αυτό το σωματικό μειονέκτημα κατάφερε να το μετατρέψει σε ποδοσφαιρικό πλεονέκτημα, αφού ντρίπλαρε «σαν τον διάολο», όπως αναφέρεται, ενώ στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 στη Χιλή αναδείχθηκε ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο.

Το ποδόσφαιρο, όπως προέκυψε από τους «βασικούς κανόνες» που καταρτίστηκαν για πρώτη φορά στην Πανεπιστημιούπολη του Κέιμπριτζ το 1848, είναι ένα παιχνίδι πολύ απλό και πολύ κατανοητό. Αυτή η απλότητά του το κάνει ακόμα πιο δημοφιλές. Αφού όλοι κατανοούν τους κανόνες που καθορίζουν τους όρους διεξαγωγής του αθλήματος, επιτρέπεται σε όλους να το παίζουν «καθηγητές και ειδικοί». Καθίστε σε μια από τις πολλές καφετέριες που προβάλλουν Μουντιάλ αυτές τις μέρες και είμαι σίγουρος ότι θα ακούσετε τεράστιες αναλύσεις, γιατί ο διαιτητής έδωσε πέναλτι και δεν έδωσε φάουλ έξω από την περιοχή ή γιατί άφησε πλεονέκτημα και επέτρεψε να συνεχιστεί η φάση. Κάπως βεβαίως τα χάλασε σε όλους αυτούς τους καθηγητές το VAR, αφού πλέον η τεχνολογία μπορεί να αμφισβητήσει το επόμενο λεπτό τις γνωματεύσεις τους και το κύρος τους εντός του καφενείου. Να είναι καλά πάντως οι διαιτητές στη Ρωσία που το σνομπάρουν και αυτοί, οπότε οι ειδικοί ακόμα επιβιώνουν. Χαρακτηριστικά, ας αναφέρουμε ότι στην καλαθόσφαιρα οι κάμερες είναι στην υπηρεσία του αθλήματος εδώ και δεκαετίες, με τις φάσεις και τα μουρμουρητά να εξαφανίζονται σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Γι' αυτό και στην καλαθόσφαιρα δεν υπάρχουν «καθηγητές του καφενείου» και σιγά-σιγά ούτε και χούλιγκαν που θέλουν να μπουν μέσα να καθαρίσουν για πάρτη της ομάδας τους που έχει αδικηθεί, διότι έτσι γνωμάτευσαν.

Το ποδόσφαιρο είναι βεβαίως λαοφιλές εν τη απλότητί του για έναν ακόμα λόγο, εξίσου σημαντικό. Όλοι θεωρούν ότι, εκτός από παίκτες και καθηγητές διαιτησίας, μπορούν να είναι κυρίως προπονητές. Κατά γενική ομολογία των «προπονητών» της εξέδρας και του καφενείου, όλοι οι προπονητές εντός του γηπέδου είναι ανόητοι. «Ο προπονητής της Αργεντινής είναι ανόητος διότι δεν βάζει τον Ντιπαλά να παίξει δίπλα στον Μέσι», λέει με ύφος χιλίων καρδιναλίων ο κόουτς στο διπλανό τραπεζάκι στην καφετέρια, κι εδώ μπορεί να έχει και δίκιο. «Η Γαλλία θα μπορούσε να είναι πιο επιθετική αν ο βλάκας ο προπονητής έβαζε τον Πολ Πογκμπά να παίξει ως δεύτερος επιθετικός πίσω από τον Αντουάν Γκριεζμάν», λέει ο προφέσορας προπονητικής δύο τραπεζάκια πίσω από το δικό μου.

Απόλυτη δημοφιλία

Το ποδόσφαιρο βεβαίως είναι εν τέλει ένα απόλυτα δημοφιλές σπορ διότι ταυτίζεται και με τους τρέχοντες όρους πολιτικής. Οι ομάδες ποδοσφαίρου στην Κύπρο, και σε άλλες χώρες, θυμίζουν κόμματα και παραπέμπουν σε ιδεολογίες. Όπως αναφέρει σε ένα άρθρο του με τίτλο «Κοινωνιολογία του Ποδοσφαίρου» ο Χάρης Δ. Ραϊτσίνης: «Οι όψεις του ποδοσφαίρου είναι πολυδιάστατες και αφορούν το σύνολο σχεδόν του επιστητού. Διαμάχες εθνικές (Barcelona vs Real Madrid), διαμάχες θρησκευτικές (Rangers vs Celtic), διαμάχες πολιτικές (Roma vs Lazio), διαμάχες ταξικές (Boca Juniors vs River Plate), διαμάχες τοπικές (Milan vs Inter) αποκαλύπτουν τον πολυσύνθετο χαρακτήρα του. Αστοί εναντίον προλετάριων, αριστεροί εναντίον ακροδεξιών υπερεθνικιστών, καθολικοί εναντίον προτεσταντών, Βάσκοι εναντίον Ισπανών, είναι μερικά από τα δίπολα που παρατηρούνται στη διεθνή κονίστρα».

Η κοινωνιολογική παρατήρηση αναβαθμίζεται όταν φτάσουμε στο επίπεδο των εθνικών ομάδων. Αν κρίνει κανείς από τον τρόπο που δέχτηκαν προχθές οι Περουβιανοί την ήττα και τον αποκλεισμό από τη Γαλλία, θα έλεγε κανείς ότι το ποδόσφαιρο είναι προέκταση της εθνικής ταυτότητας ενός έθνους που αισθάνεται ότι αποτυγχάνει. Οι παλαιότεροι θυμούνται το Μουντιάλ της Ισπανίας το 1982, το οποίο διεξήχθη αμέσως μετά τον Πόλεμο Αργεντινής - Αγγλίας για τα νησιά Φώκλαντ. Ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος των διοργανωτών εκείνη την περίοδο ήταν να μην διασταυρωθούν οι φίλαθλοι των δύο χωρών διότι ο πόλεμος θα μεταφερόταν επί ισπανικού εδάφους. Και στη Ρωσία σήμερα κάποιοι σημειώνουν ότι διεξάγεται το ακριβότερο Μουντιάλ στην ιστορία του ποδοσφαίρου γιατί ο Βλαντίμιρ Πούτιν θέλει να στείλει το μήνυμα ότι η χώρα είναι εδώ και ότι οι λαμπρές μέρες της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης βρήκαν συνέχεια στη σημερινή μεγάλη Ρωσία.

Εν ολίγοις, κάποιοι θεωρούν ότι το ποδόσφαιρο είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Ο Μπιλ Σάνκλι, δημιουργός της μεγάλης Λίβερπουλ τη δεκαετία του 1960, υποστηρίζει ότι το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω: «Μερικοί πιστεύουν πως το ποδόσφαιρο είναι ζήτημα ζωής και θανάτου», είπε, για να προσθέσει: «Θα τους απογοητεύσω. Πρόκειται για κάτι πολύ πιο σοβαρό!».

Το ποδόσφαιρο είναι απόλυτα δημοφιλές γιατί έχει καταφέρει να καλύψει σε προσωπικό επίπεδο τις ανάγκες του καθενός, με κάποιους κοινωνικούς ανθρωπολόγους να το πηγαίνουν πολύ πιο πίσω. Γιατί η ομάδα και κυρίως οι σκόρερ των ομάδων, λένε, είναι τόσο δημοφιλείς; Διότι ο σέντερ φορ κάθε ομάδας ενσαρκώνει τον πρωτόγονο τροφοσυλλέκτη κυνηγό που κτυπά το ζώο, διασφαλίζει τροφή για όλους και τυγχάνει θαυμασμού από τα γυναικόπαιδα αλλά και από τους συντρόφους του. Σε εθνικό επίπεδο, λένε κάποιοι άλλοι, η κάθε ομάδα παίζει με βάση τα χαρακτηριστικά και τις αρετές ενός έθνους. Οι Άγγλοι είναι παλικάρια, παίζουν φουλ επίθεση, αλλά δεν φιλάνε τα νώτα τους. Οι Γερμανοί παίζουν πειθαρχημένα. Οι Βραζιλιάνοι παίζουν χορεύοντας και οι Έλληνες, αν ταυτιστούμε όλοι με τον Καραγκούνη, παίζουν τρέχοντας, πέφτοντας και κλαίγοντας.

Και το εμπόριο

Οτιδήποτε βέβαια ταυτίζεται με προσωπικές και εθνικές ανάγκες είναι αυτόματα και εμπορικό. Κάπου εδώ το ποδόσφαιρο έγινε και αναπόσπαστο μέρος της οικονομίας. Μεταπολεμικά το ποδόσφαιρο εντάχθηκε στη βιομηχανία του θεάματος κυρίως με τη διάδοση της τηλεόρασης, με τον τζίρο του σήμερα να υπολογίζεται σε τρισεκατομμύρια και όσοι ασχολούνται μαζί του να βγάζουν πολύ περισσότερα ακόμα και από τους εμπόρους ναρκωτικών. Μήπως τελικά το ποδόσφαιρο, μετά τη θρησκεία, είναι το νέο «όπιο του λαού», οδηγώντας ολόκληρα έθνη «να προσκυνούν σώβρακα και φανέλες;»

Ο γνωστός Αμερικανός καθηγητής Νόαμ Τσόμσκι έδωσε τη δική του ερμηνεία για τον ρόλο που διαδραματίζει το ποδόσφαιρο και γενικά ο αθλητισμός: «Τα αθλητικά είναι ένα σημαντικό μέρος της προπαγάνδας του συστήματος επειδή προσφέρουν στον κόσμο κάτι να παρακολουθεί και να εστιάζει την προσοχή του, κάτι το οποίο δεν έχει καμία αξία και τους αποσπά την προσοχή από το να ανησυχούν για τα ουσιαστικά πράγματα στη ζωή τους, για τα οποία ίσως να έκαναν κάτι…». Και συνεχίζει: «Είναι ένας τρόπος ανάπτυξης παράλογων συμπεριφορών υποταγής στην εξουσία και ομαδικής συνοχής και ομοιομορφίας υπό ηγετικές μορφές. Βασικά είναι κατήχηση στον σοβινισμό…».


Επιστροφή
στην αρχή