Γιατί (δεν) παραιτήθηκε ο Χαρίρι

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΔΙΕΘΝΗ

Η Κυπριακή Δημοκρατία στην παρούσα φάση δεν ήταν απούσα διπλωματικά και διατήρησε ανοικτά τα κανάλια της επικοινωνίας με τον Λιβανέζο πρωθυπουργό

Η αιφνίδια παραίτηση του Λιβανέζου πρωθυπουργού Σαάντ Χαρίρι στις 4 Νοεμβρίου και η πορεία του από τον Λίβανο στη Σαουδική Αραβία και πίσω -με ενδιάμεσες στάσεις το Παρίσι, το Κάιρο και τη Λευκωσία, ήρθε να μας υπενθυμίσει το ιδιαίτερα ρευστό σκηνικό που επικρατεί στο ευρύτερο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής και ΝΑ Μεσογείου- μέρος του οποίου αποτελεί και η Κύπρος. Σε μια εποχή που η απειλή του Ισλαμικού Κράτους δεν έχει εξαλειφθεί ακόμη, που το συριακό μέτωπο παραμένει ανοικτό και που το Κουρδικό -σε Συρία και Ιράκ- επανέρχεται δυναμικά, μια ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση του Λιβάνου δεν φέρνει μόνο την ανάμνηση της σύγχρονης ταραγμένης ιστορίας της χώρας (εμφύλιος 1975-1990, εισβολή Ισραήλ 1982, πόλεμος Ισραήλ-Χεζμπολάχ 2006) αλλά υπενθυμίζει και τη διαρκή αντιπαράθεση -με όρους ισχύος- μεταξύ του σουνιτικού και σιιτικού τόξου στη Μέση Ανατολή, με τις περιφερειακές υπερδυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν να ανταγωνίζονται διαρκώς σε μια σκακιέρα που ξεκινά από το εμφύλιο χάος της Συρίας και τις χώρες του Κόλπου και επεκτείνεται μέχρι τον κόλπο του Άντεν και την Υεμένη.

 Το ιστορικό

Η αιφνίδια παραίτηση του Χαρίρι -γιου του δολοφονηθέντος το 2005 ιστορικού πρωθυπουργού του Λιβάνου Ραφίκ Χαρίρι- έδειξε εξαρχής να αποτελεί μια κίνηση που ενορχηστρώθηκε από το Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας. Για να κατανοήσει κανείς το πολύπλοκο και δαιδαλώδες -διαχρονικά εύθραυστο- πολιτικό σκηνικό του Λιβάνου οφείλει να αντιληφθεί ότι οι σουνίτες μουσουλμάνοι, παραδοσιακά, βρίσκονται υπό την επιρροή της Σαουδικής Αραβίας. Μεταξύ χριστιανικών, σουνιτικών και σιιτικών δυναμικών στον Λίβανο οι ανταγωνισμοί παραμένουν πάντα στην κυρίαρχη τάση της σεκταριστικής σύγκρουσης με τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου να ελέγχει μεγάλο μέρος του πληθυσμού -ιδίως στον νότιο Λίβανο- και να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην άρση του κυβερνητικού αδιεξόδου των δύο τελευταίων ετών μέχρι την εκλογή στην εξουσία του Προέδρου Μισέλ Αούν πέρυσι, αλλά και στη διασφάλιση της ασφάλειας στα σύνορα Συρίας - Λιβάνου, με τον πόλεμο και την ισλαμιστική τρομοκρατία να μην υπεισέρχονται στο ευαίσθητο κατακερματισμένο πολιτικά και εθνοθρησκευτικά, μωσαϊκό του Λιβάνου. Στον αντίποδα της σιδηράς πυγμής που επιδεικνύει η Χεζμπολάχ -πολιτικά και στρατιωτικά- οι περιοχές που το σουνιτικό στοιχείο παραμένει κυρίαρχο, όπως η Τρίπολη, παραμένουν, σε σχέση με τη Βηρυτό, υποβαθμισμένες οικονομικά και κοινωνικά με τους ντόπιους πληθυσμούς -ή τους πρόσφυγες από το συριακό δράμα να αντιμετωπίζονται υποτιμητικά από τους σιίτες- συντηρώντας τη διαχρονικά υφέρπουσα σεκταριστική σύγκρουση. Ωστόσο τόσο η ανάδειξη του Αούν στην προεδρία όσο και η μη άμεση εμπλοκή της Συρίας στις υποθέσεις του Λιβάνου λειτούργησαν τα τελευταία χρόνια εκτονωτικά με μια γενική ομοψυχία να επιστρέφει στις τάξεις του Λιβάνου, τη βία του συριακού εμφυλίου -πέραν του 1.5 εκατ. προσφύγων- να μην αγγίζει ουσιαστικά τη χώρα και φυσικά τη Χεζμπολάχ, εξαιτίας και της νικηφόρας της υπέρ του καθεστώτος Άσαντ εκστρατείας στα μέτωπα του συριακού πολέμου να κυριαρχεί και πολιτικά.

 

Το timing

Η τελευταία εξέλιξη δείχνει να θορυβεί τη Σαουδική Αραβία η οποία σε ολόκληρη την περιοχή διαβλέπει την επιρροή του Ιράν, του λεγόμενου και «άξονα αντίστασης» να αυξάνεται θεαματικά. Στη Συρία και στην Υεμένη δε οι προσπάθειες του Ριάντ για απομάκρυνση του Άσαντ και των Χούθι από την εξουσία έχουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής και στρατιωτικής ήττας. Πέραν τούτου όμως η διεθνής συγκυρία, με τη διακυβέρνηση Τραμπ να επιχειρεί να επαναφέρει τις σχέσεις της με το Ιράν σε μια προ της συμφωνίας «P5+1» ψυχροπολεμική κατάσταση και η ανάδειξη του Σαουδάραβα πρίγκιπα και διαδόχου του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν -στον βασιλικό οίκο των Σαούντ- ως διαμορφωτή της εξωτερικής πολιτικής της χώρας λειτουργούν ως μιας πρώτης τάξης ευκαιρία προκειμένου το Ριάντ να συγκρουστεί -ευθέως πλέον- με το Ιράν για το μερίδιο της ισχύος στην περιοχή. Η παραίτηση Χαρίρι στις 4 Νοεμβρίου, δεδομένων και των επιχειρηματικών σχέσεων της οικογένειας στη Σαουδική Αραβία, θα μπορούσε να ιδωθεί υπό αυτό το πρίσμα. Ο Χαρίρι με πρόφαση σχέδιο δολοφονίας του «απέδρασε» στη Σαουδική Αραβία. Επανήλθε στη χώρα, μετά από συνάντηση με τον Γάλλο Πρόεδρο Μακρόν και στο τέλος… ανακάλεσε την παραίτησή του. Η ακολουθία των γεγονότων δείχνει να αποτελεί ένα πολιτικό χαρτί που έπαιξε η Σαουδική Αραβία στη γεωπολιτική σκακιέρα της περιοχής που ωστόσο μάλλον… εκπυρσοκρότησε.

 Τι να αναμένουμε

Η κίνηση της Σαουδικής Αραβίας δείχνει να προσελήφθη στον Λίβανο, αλλά και περιφερειακά και διεθνώς, ακριβώς όπως παλιότερες (βλέπε 1967 με την κρίση Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη και τον ρόλο του Λιβάνου) προσπάθειες (σ.σ. ιστορικά της Συρίας) έξωθεν εμπλοκής στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα του Λιβάνου. Και επιπλέον δικαίωσε τα αφηγήματα της Χεζμπολάχ η οποία δείχνει να επιθυμεί την εθνική συναίνεση -σε μια κυβέρνηση εθνικού συνασπισμού- εξαιτίας των σύννεφων του πολέμου που πληθαίνουν με το Ισραήλ. Ένα ενδεχόμενο επανάληψης του πολέμου του 2006 δεν πρέπει να το αποκλείσουμε τους επόμενους μήνες -με την Κύπρο να οφείλει να είναι προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο διπλωματικά- μιας και η Χεζμπολάχ βγήκε από τον συριακό πόλεμο ενισχυμένη, με βάση εξόρμησης πλέον τη νότια Συρία και τα σύνορα με τη Συρία, στα Υψίπεδα του Γκολάν. Ένας τέτοιος πόλεμος στη λιβανέζικη κοινή γνώμη λειτουργεί συνήθως συνενωτικά και επί τούτου η Χεζμπολάχ θα επιθυμούσε να παραμείνει το κλίμα συναίνεσης με την παρουσία του Χαρίρι στην εξουσία ή τη δημιουργία, εκ νέου, νέας κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Χαρίρι ενδέχεται τις επόμενες εβδομάδες να δημιουργήσει έναν οδικό χάρτη προς μια νέα, πρόωρη ίσως, εκλογική διαδικασία ή στην αναζήτηση μιας χρυσής τομής στο πρόσωπο κάποιου πολιτικού που θα έβρισκε ένα modus vivendi μεταξύ της Χεζμπολάχ και του κόμματος των σουνιτών (Future Movement).

 Η Κύπρος παρούσα

Η Κυπριακή Δημοκρατία στην παρούσα φάση δεν ήταν απούσα διπλωματικά και διατήρησε ανοικτά τα κανάλια της επικοινωνίας με τον Λιβανέζο πρωθυπουργό σε ένα timing μάλιστα που συνέπεσε με την παρουσία του Προέδρου Αλ-Σίσι και την Τριμερή με την Αίγυπτο στην Κύπρο. Η Κύπρος ορθώς οφείλει να ταχθεί υπέρ της ασφάλειας και της σταθερότητας του Λιβάνου λόγω των πολιτικών, θρησκευτικών και ιστορικών σχέσεων που διατηρεί με την εν λόγω χώρα, λόγω εγγύτητας αλλά και για λόγους που συνδέονται με την ευρύτερη ασφάλειά της αλλά και την ασφάλεια στην περιοχή, ειδικά προκειμένου να αποφευχθεί ένας πόλεμος Ισραήλ-Χεζμπολάχ τύπου 2006. Επιπλέον, η αναβάθμιση των σχέσεων με το Ισραήλ και την Αίγυπτο της προσδίδει leverage αλλά και ουσιαστικό ρόλο, δεδομένης της ιδιότητάς μας ως κράτος μέλος της ΕΕ, της εξαιρετικής μας σχέσης με το Ιράν και της προοπτικής αναβάθμισης των σχέσεών μας με τη Σαουδική Αραβία. Στην περίπτωση του Λιβάνου -διαφορετική τελείως από αυτή του Συριακού- η λιγότερο έντονη παρουσία της Τουρκίας μας δίνει την ευκαιρία για περαιτέρω ανάμιξη στην εκτόνωση της κρίσης και ενεργή διπλωματική διαμεσολάβηση. Επιπλέον με τον Λίβανο έχει οριοθετηθεί ΑΟΖ από το 2007 η επικύρωση της οποίας εκκρεμεί από το Κοινοβούλιο της αραβικής χώρας μιας και περνάει μέσα από την αντιδικία της με το Ισραήλ (η Βηρυτός θεωρεί πως το Ισραήλ επεμβαίνει παράνομα στην ΑΟΖ του Λιβάνου, μία θαλάσσια περιοχή περίπου 860 χλμ). Η ενεργειακή προοπτική -μέσω Κύπρου- σε συνδυασμό με τη μελλοντική ένταξη του Λιβάνου στη διπλωματία των Τριμερών θα μπορούσε να καταστήσει την Κύπρο έναν έντιμο διαμεσολαβητή μεταξύ Τελ Αβίβ και Βηρυτού κι επιπλέον -μέσω Αιγύπτου- οι σχέσεις Βηρυτού-Σαουδικής Αραβίας θα μπορούσαν, μελλοντικά, να καταστούν πιο γόνιμες.

*Twitter: @JohnPikpas

 

 

 


Επιστροφή
στην αρχή