Γιατί αυτό που προκύπτει πια δεν είναι κουτσομπολιό

ΑΠΟΨΗ /ΚΑΤΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ

Όταν τα πράγματα αλλάζουν αίφνης και μάλιστα εν μέσω κραυγαλέων παραλογισμών, οφείλουμε να τοποθετούμαστε. Και κυρίως να μην τα καταπίνουμε αμάσιτα.

Το συζητούσα πριν από μέρες με έναν φίλο, με αφορμή ένα από τα ελάχιστα σχόλια που είχα κάνει στο ραδιόφωνο –ποτέ επί της ουσίας– για το θέμα του διπλού φόνου στον Στρόβολο. Θα προσέξατε ότι σε επίπεδο Στήλης δεν ασχολήθηκα καθόλου.

Ο φίλος, λοιπόν, είχε θεωρήσει υπερβολικό το ότι είχα πει πως η ιστορία αυτή έδειξε απλώς πόσο κουτσομπόληδες είμαστε και πως δεν είναι λογικό να το έχουμε αναγάγει σε ζήτημα του αιώνα. Χωρίς να εξαιρώ από τη διαπίστωση τον εαυτό μου, έτσι;

Όταν, μάλιστα, παρά την τραγικότητα και το πρωτοφανές της υπόθεσης, υπάρχουν τόσα και τόσο κρίσιμα θέματα. Και δεν τα συζητάμε συνήθως. Έως και καθόλου. Οπότε, ο φίλος αντέτεινε, ότι είναι λογικό να μας ενδιαφέρει όταν ζούμε σε μια μικρή χώρα αφού μας επηρεάζει.

Τον ρώτησα και εγώ κάτι απλό: πώς μας επηρεάζει το διπλό φονικό, όταν δεν είμαστε σίγουροι –και πραγματικά δεν είμαστε ακόμα– για το κίνητρο της πράξης;

Και γιατί δεν μας ενδιαφέρει λ.χ. ο φόνος της ηλικιωμένης τις προάλλες ο οποίος ξεκάθαρα είχε τη ληστεία ως κίνητρο; Το ότι κάποιος μπαίνει σε ένα σπίτι και φιμώνει μέχρι στραγγαλισμού το θύμα του για να το κλέψει, σαφώς και αφορά τον καθένα μας, ειδικά όταν είναι εκεί έξω ακόμα.

Αλλά επειδή ήταν μια… κοτζιάκαρη, το προσπεράσαμε και ασχοληθήκαμε με κάτι που ήταν πιο juicy. Με τους μισούς μάλιστα να έχουν υιοθετήσει τη νέα εκδοχή με το ίδιο πάθος που οι άλλοι μισοί είχαν υιοθετήσει την προηγούμενη. Και με τη νέα εκδοχή να προκύπτει σε ένα πολύ παράξενο χρονικό σημείο όπου είχαν αρχίσει να βγαίνουν προς τα έξω διάφορα.

Δεν θα το συνεχίσω. Θα δανειστώ απλώς, γιατί αυτές τις απορίες τις έχω και εγώ και κάθε νοήμων άνθρωπος, μαζί με πολλές άλλες, ένα απόσπασμα από τη χθεσινή στήλη του Άριστου Μιχαηλίδη, διευθυντή του «Φιλελεύθερου», ενός ανθρώπου ο οποίος, όποιος τον ξέρει όσο εμείς, ή έστω τον διαβάζει απλώς, ξέρει πως κουτσομπόλης δεν είναι. Κάθε άλλο.

Έγραψε: «Έχει ξανακούσει κανένας άλλη περίπτωση στον κόσμο όπου κάποιος συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο σε δολοφονία και αφήνει τα παπούτσια του στη σκηνή; Να παραδέχεται ότι είναι δικά του τα παπούτσια που βρήκαν στην αυλή του σπιτιού, αλλά να μην λέει τίποτε άλλο στους ανακριτές παρά μόνο ότι κουράστηκε και θέλει να κοιμηθεί και θα τους πει την ιστορία άλλην ώρα; Και ο ανακριτής να του λέει: εντάξει τον γιο μου, πέσε να κοιμηθείς να ξεκουραστείς και μιλάμε αύριο;».

Και συνεχίζει ο Άριστος: «Έχει ξανακούσει κανένας αυτός που παίρνει μέρος σε δολοφονία να έχει σημειωματάρια μέσα στο αυτοκίνητό του και να καταγράφει όλα τα γεγονότα; Να γράφει δηλαδή το ημερολόγιό του; Αυτά ελέχθησαν από τους ανακριτές μέσα στο δικαστήριο, δεν είναι από ταινία. Μπορεί να είναι μόνο κυπριακά φαινόμενα αυτά. Μπορεί, όμως, να είναι και φαντασιοπληξίες».

Αν υπάρχει, λοιπόν, λόγος να ασχοληθεί πλέον κανείς, ειδικά στον Τύπο και εγώ λέω ότι σίγουρα υπάρχει τώρα, είναι πως στο ζήτημα αυτό πέρα από την κουτσομπολίστικη διάσταση του πράγματος η οποία μας επηρέασε όλους σε κατ’ ιδίαν έστω συζητήσεις, έχουν καταγραφεί πολύ παράξενα πράγματα τα οποία προκαλούν τη λογική του καθενός μας, στην πιο απλή της μορφή.

Και όταν τα πράγματα αλλάζουν αίφνης και μάλιστα αλλάζουν διά κραυγαλέων παραλογισμών, όπως αυτοί που καταγράφει ο Άριστος, και όλοι οι άλλοι που δεν παρέθεσε μεν αλλά είμαι βέβαιος ότι τον προβληματίζουν όσο όλους μας –και αφορούν πολύ πιο ευαίσθητα σημεία της υπόθεσης– τότε ναι, ο Τύπος έχει την ευθύνη να θέσει το ζήτημα, δημοσίως.

Κάτι δεν πάει καθόλου καλά με τη νέα εκδοχή αυτής της υπόθεσης η οποία δείχνει να έπεσε από τον… ουρανό περίπου σε μερικές ώρες. Κι αυτό το κάτι δεν παραπέμπει στην ενοχή ή την αθωότητα κανενός αλλά απλώς σε παραδοξότητες οι οποίες δεν μπορεί να μας αφήνουν αδιάφορους.

Σε πράγματα που δεν αφορούν πια το κουτσομπολιό αλλά την επάρκεια ανθρώπων που τη διαχειρίστηκαν και τη διαχειρίζονται σε διάφορα επίπεδα. Επαγγελματική και άλλη ενδεχομένως. Ανθρώπων αλλά και υπηρεσιών.

Εγώ πέραν τούτου, τίποτα δεν μπορώ να ξέρω και τίποτα δεν θα ήθελα να εικάσω. Το μόνο που υποχρεούμαι να καταγράψω σήμερα, ως δημοσιογράφος και ως πολίτης που θέλει η δικαιοσύνη να αποδίδεται σωστά, είναι πως δεν μπορώ να καταργήσω τη λογική μου και να καταπιώ αμάσητα σενάρια με γερές δόσεις ανοησίας και παραλογισμών.

Το θέμα που τίθεται πλέον –και αυτό δεν αφορά το κουτσομπολιό– είναι ζήτημα εμπιστοσύνης. Όσο τουλάχιστον αντί απαντήσεων βρισκόμαστε ενώπιον καταστάσεων που προκαλούν τη λογική μας. Κι αυτό δεν πρέπει να το αφήσουμε ασχολίαστο.

Γιατί εκείνο που θα χαθεί, εάν συμβεί κάτι τέτοιο, είναι πολύ σοβαρό και πολύτιμο για όλους μας.


Επιστροφή
στην αρχή