Για 1000 ευρώ ο καβγάς Μονής Κύκκου-Ελληνικού Δημοσίου

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Κατά τη χθεσινή ακροαματική διαδικασία, οι δικηγόροι των δύο πλευρών προέβησαν στις τελικές τους αγορεύσεις, εμμένοντας στις θέσεις τους.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας επιφύλαξε χθες την απόφασή του στη διαφορά μεταξύ της Ιεράς Μονής Κύκκου και της Ελληνικής Δημοκρατίας αναφορικά με το επίδικο οικόπεδο έναντι του Μετοχίου Κύκκου στην Έγκωμη. Κατά τη χθεσινή ακροαματική διαδικασία, οι δικηγόροι των δύο πλευρών προέβησαν στις τελικές τους αγορεύσεις, εμμένοντας στις θέσεις τους, επί της αίτησης που καταχώρησε η Μονή Κύκκου με την οποία ζητά την εκτέλεση της τελεσίδικης απόφασης του δικαστηρίου για το θέμα.

Συγκεκριμένα, με την υπό εξέταση αίτησή της, η πλευρά της μονής ζητά δήλωση του δικαστηρίου «ότι με την κατάθεση του ποσού των 2.233.658,63 ευρώ στην Eurobank Cyprus Ltd, το οποίο παραμένει στη διάθεση των εναγομένων… οι ενάγοντες έχουν εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις τους» που απορρέουν από την απόφαση του δικαστηρίου. Ζητά, επίσης, από το δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου να προβεί «σε όλες τις δέουσες ενέργειες για τη μεταβίβαση επ’ ονόματι των εναγόντων του κτήματος».


Στην προφορική αγόρευσή του, ο δικηγόρος της μονής, Κώστας Βελάρης, είπε ότι «η υπόθεση αυτή πήρε μια τροπή εκτός σιδηροδρομικών γραμμών», προσθέτοντας ότι η απόφαση του δικαστηρίου δεν μπόρεσε να εκτελεστεί λόγω της ιδιότητας του εναγόμενου, δηλαδή της Ελληνικής Δημοκρατίας, «ενός ξένου κυρίαρχου κράτους που απολαμβάνει όλα τα προνόμια και την ασυλία που απορρέουν από αυτή την ιδιότητα». Δυστυχώς, όπως είπε ο κ. Βελάρης, οι εναγόμενοι δεν συνεργάστηκαν στην εκτέλεση της απόφασης και δεν αποδέχθηκαν το ποσό που κατέβαλε η Μονή Κύκκου, δηλαδή το ποσό των 854.300,72 ευρώ (500.000,00 λίρες) πλέον τόκους, κρίνοντάς το ως μη ακριβές επειδή υπολείπονταν 1.000 ευρώ. «Κύριε πρόεδρε, στα 2,5 εκατ. ευρώ τα οποία σου οφείλω και σου προσφέρω να λες ότι δεν είναι νόμιμη προσφορά διότι έπρεπε να μου δώσεις ακόμα 1.000 ευρώ διότι δεν υπολόγισες σωστά, νομίζω ότι είναι τουλάχιστον υποτίμηση όχι μόνο του αντιδίκου αλλά και της απόφασης του δικαστηρίου», είπε ο κ. Βελάρης προς το δικαστήριο.

Συνεχίζοντας ανέφερε ότι η άλλη πλευρά θα μπορούσε να πει ότι δεν συμφωνούσε με το ποσό που της προσφερόταν και να ζητούσε ακόμη 1.000 ευρώ, προσθέτοντας ότι το γεγονός ότι δεν έπραξε κάτι τέτοιο «δείχνει κακοπιστία εκ μέρους τους». Αναφορικά με το ποσό που καταβλήθηκε το 2017 στην Ελληνική Δημοκρατία για εξόφληση της οφειλής από την αγορά του τεμαχίου το 1998, ο κ. Βελάρης υπέδειξε ότι αφαιρέθηκαν τα επιδικασμένα δικηγορικά έξοδα της αγωγής που κέρδισε η μονή. Ανέφερε ακόμα ότι και σε αυτή την περίπτωση, εάν η ελληνική πλευρά ζητούσε να συμπεριληφθούν στο ποσό αυτά τα χρήματα, η μονή ήταν διατεθειμένη να τα δώσει. Κατηγορώντας τους εναγόμενους ότι δεν είχαν πρόθεση να συνεργαστούν, ο κ. Βελάρης ανέφερε ότι η δικαιολογία τους ότι «έχασαν την εμπιστοσύνη τους» θυμίζει την παροιμία «αντί να φωνάζει ο νοικοκύρης να φωνάζει ο κλέφτης».

Κατά της έκδοσης διατάγματος μεταβίβασης 

Ο δικηγόρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Ταλιαδώρος, στη γραπτή του αγόρευση, επικαλέστηκε δέκα λόγους ένστασης στην αίτηση της μονής η οποία, όπως υποστηρίζει, στερείται του αναγκαίου νομικού υπόβαθρου και «η νομική της βάση δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τα διατάγματα που ζητά». Υποστηρίζει επίσης ότι η μονή δεν έχει συμμορφωθεί με την απόφαση του δικαστηρίου ημερομηνίας 10.2.2017 «και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να ζητά από το δικαστήριο οποιεσδήποτε θεραπείες εναντίον της εναγόμενης». Σημειώνει ο δικηγόρος της Ελλάδας ότι η υποχρέωση της εναγόμενης να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου θα ενεργοποιείτο μόνο εφόσον και όταν η ενάγουσα θα κατέβαλλε προς αυτήν όλα τα ποσά που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης του δικαστηρίου. Εξέφρασε, επίσης, τη θέση ότι η ενάγουσα δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την απόφαση «αφού ούτε η ίδια δεν ισχυρίζεται ότι ‘κατέβαλε στην εναγόμενη’ το ποσό της απόφασης».
Ο κ. Ταλιαδώρος υποστήριξε ακόμη ότι «η επιστολή της Eurobank και η επισύναψη ενός αντιγράφου της στην αίτηση της ενάγουσας δεν μπορεί να εξισωθεί με εκπλήρωση του όρου τον οποίο έθεσε το δικαστήριο στην απόφασή του για ‘καταβολή’ στην εναγόμενη των ποσών που αναφέρονται στην απόφαση…».
Ο κ. Ταλιαδώρος ανέφερε τέλος στη γραπτή του αγόρευση ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο διευθυντής του Κτηματολογίου να προβεί «σε όλες τις δέουσες ενέργειες για τη μεταβίβαση επ’ ονόματι των εναγόντων του κτήματος…».
Ο δικαστής Νικόλαος Σάντης, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, επιφύλαξε την έκδοση της απόφασής του σε μεταγενέστερο στάδιο.


Επιστροφή
στην αρχή