Είναι δίκαιη η Δικαιοσύνη στην Κύπρο;

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ
Είναι η δικαστική εξουσία ένα κλειστό μαγαζί; Ποιος ο ρόλος των σχέσεων έδρας-δικηγόρων; Ανοίγουμε την «απαγορευμένη» συζήτηση.

Την περασμένη Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018, στον χώρο των δικαστηρίων της Λευκωσίας, το τοπίο έμοιαζε βομβαρδισμένο. Η έκρηξη που σημειώθηκε και η πυρκαγιά που ξέσπασε στις 2:50 τα ξημερώματα, σε αίθουσα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και συγκεκριμένα στο κτήριο όπου στεγάζονται τα Ποινικά Δικαστήρια και συνεδριάζει το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, που εξετάζει σοβαρές ποινικές υποθέσεις, είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν δικονομικά έγγραφα και τεκμήρια πολύ σημαντικών υποθέσεων.

Αυτό το περιστατικό ήταν η αφορμή για να αρχίσει μια συζήτηση για το τι Δικαιοσύνη έχουμε στην Κύπρο -μια Δικαιοσύνη που στεγάζεται σε «κτήρια τα οποία έχουν ανεγερθεί προ 80 και πλέον ετών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως στρατώνες, και τα οποία ουδέποτε έχουν συντηρηθεί ως αρμόζει σε κτήρια τα οποία στεγάζουν το μεγαλύτερο σε όγκο εργασίας Δικαστικό Μέγαρο της Κύπρου και στα οποία καθημερινά προσέρχονται χιλιάδες πολίτες», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση τού Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας. Η συζήτηση για τις παθογένειες της Δικαιοσύνης στη χώρα μας δεν περιορίζεται, όμως, μόνον στα προβλήματα των κτηριακών εγκαταστάσεων, αλλά εκτείνεται και σε άλλα ζητήματα, πιο σημαντικά, όπως είναι η συμφόρηση των δικαστηρίων, το επίπεδο της Δικαιοσύνης και ο χρόνος απόδοσής της.

 

Αργεί πολύ η δικαιοσύνη

Σε ό,τι αφορά αυτό το τελευταίο, τις τεράστιες καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων, Έκθεση της Κομισιόν για τα δικαστικά συστήματα στην ΕΕ που δημοσιοποιήθηκε πέρυσι, δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία. Το 2015, στο δικαστικό σύστημα της Κύπρου εισέρχονταν 2,5 αστικές, διοικητικές, εμπορικές και άλλες υποθέσεις ανά 100 κατοίκους (έναντι 3,5 ανά 100 κατοίκους το 2010). Σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση, που περιγράφει τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά των δικαστικών συστημάτων, οι υποθέσεις κρίνονται κατά μέσο όρο σε 1.085 μέρες - η χειρότερη επίδοση ανάμεσα στις χώρες που παρέδωσαν τα σχετικά στοιχεία για το 2015. Ειδικότερα για τις διοικητικές υποθέσεις, ο χρόνος επίλυσης είναι κατά πολύ μεγαλύτερος και φτάνει τις 1.381 μέρες - και πάλι η χειρότερη επίδοση, αλλά με βελτίωση σε σχέση με τις 1.775 μέρες του 2014.

Η Κύπρος καταγράφει τη μικρότερη χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων. Μόνο το 6% φτάνει η χρήση ηλεκτρονικών μέσων για εισαγωγή υποθέσεων στα δικαστήρια, μόνο το 9% φτάνει η ηλεκτρονική υπογραφή εντύπων, και η επικοινωνία δικηγόρων και πελατών αγγίζει μόλις το 11%. Επιπλέον 5,2 πολίτες ανά 100.000 κατοίκους κάνουν χρήση εξωδικαστικών μέσων για επίλυση διαφορών, ενώ το κράτος δαπανά περίπου 25 ευρώ ανά κάτοικο για το δικαστικό σύστημα (ποσό που μειώθηκε από τα 31 ευρώ το 2010).

Η συνολική δαπάνη παραμένει διαχρονικά 0,1% του κυπριακού ΑΕΠ, ενώ υπάρχουν περίπου 13 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους. Κανένας δικαστής δεν μετείχε το 2015 σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες της ΕΕ σε άλλα κράτη μέλη, όμως το 80% μετεκπαιδεύεται συνεχώς στην Κύπρο. Ο αριθμός των δικηγόρων αγγίζει τους 378 ανά 100.000 κατοίκους. Η ανεξαρτησία των δικαστηρίων στην Κύπρο βαθμολογείται από το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF) με 4,7 (την καλύτερη βαθμολογία έχει η Φιλανδία με 6,7).

 

Τα «απαγορευμένα»

Αναζητώντας απαντήσεις αναφορικά με το πολυδιάστατο πρόβλημα της πολύ αργής απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο, αλλά και με ερωτηματικά σε σχέση με την ορθότητα των αποφάσεων, συνομιλήσαμε με δικηγόρους, δικαστές, παλαίμαχους και εν ενεργεία - οι εν ενεργεία δυσκολεύονται να μιλήσουν επώνυμα. Όλοι συμφωνούν στο ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης είναι τα θεμέλια της Δημοκρατίας σε μια χώρα και επικεντρώνουν το πρόβλημα κυρίως στο αναχρονιστικό σύστημα διορισμού, ανέλιξης και απόλυσης των δικαστών, καθώς και στην παντελή έλλειψη ελέγχου της δικαστικής εξουσίας, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για μεταρρύθμιση του συστήματος… χθες.

Επιπλέον, σημειώνουν ότι αυτά τα θέματα δεν βρίσκονται στον δημόσιο διάλογο, είναι από τα «απαγορευμένα» του δημόσιου συλλογικού προβληματισμού, είτε γιατί η κοινωνία τα θεωρεί ταμπού και βλέπει τους δικαστές περίπου σαν ιερά τέρατα είτε γιατί η κακώς νοούμενη νοοτροπία δικηγόρων και δικαστών θέλουν τα εν οίκω μη εν δήμω. Το ανέλεγκτο, όμως, επισημαίνουν, οδηγεί στο ανεξέλεγκτο, και γι' αυτό δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει η αλαζονεία που επιδεικνύουν όλο και συχνότερα κάποιοι δικαστές.

 

Αδιαφάνεια, αναχρονισμός

Σε μελέτη με τίτλο «Το σύστημα διορισμού δικαστών: ανάγκη για μεταρρύθμιση», που δημοσίευσε, στο νομικό περιοδικό «Legal and More», ο νομικός/δικηγόρος Χριστόφορος Χριστοφή το 2010 (τα στοιχεία ισχύουν και σήμερα), γίνεται λόγος για ένα υφιστάμενο σύστημα διορισμού δικαστών «αδιαφανές, αναχρονιστικό, προβληματικό» που «δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών». Ο κ. Χριστοφή επισημαίνει ότι «ένα σύστημα διορισμού δικαστών πρέπει να έχει τέτοιες δομές και διαδικασίες ούτως ώστε εν τέλει, να διορίζονται οι άριστοι και οι πιο άξιοι δικηγόροι ως μόνιμοι δικαστές στη δικαστική υπηρεσία», γι' αυτό και «οι ικανότητες και η αξία πρέπει να αποτελούν το ζητούμενο». Στη συνέχεια παραθέτουμε τα κυριότερα σημεία της Έκθεσης Χριστοφή.

 

Υφιστάμενη διαδικασία

Σήμερα, για να μπορεί κάποιος να θέσει υποψηφιότητα για δικαστής θα πρέπει να συμπληρώσει έξι χρόνια δικηγορίας. Όταν υπάρχει διαθέσιμη θέση υποβάλλει αίτηση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ) που το αποτελούν οι 13 δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ΑΔ). Για την αίτηση δεν υπάρχει έντυπο, απλώς χρειάζεται μία επιστολή στην οποία να εκφράζεται το ενδιαφέρον για διορισμό. Στην αίτηση δεν είναι απαραίτητο να επισυναφθεί απολυτήριο λυκείου, πτυχιακό ή μεταπτυχιακό δίπλωμα ή οποιοδήποτε άλλο ακαδημαϊκό προσόν, παρά μόνον ένα βιογραφικό σημείωμα. Ακολούθως, οι υποψήφιοι καλούνται σε συνέντευξη ενώπιον της ολομέλειας των δικαστών του ΑΔΣ. Η συνέντευξη διαρκεί 10-15 λεπτά και σε αυτήν υποβάλλονται νομικής φύσεως ερωτήματα. Εξ όσων είναι γνωστό, το ΑΔΣ λαμβάνει και τις απόψεις των δικαστών των επαρχιακών δικαστηρίων πριν καταλήξει στους υποψήφιους που θα διοριστούν. Φαίνεται, όμως, ότι δεν υπάρχει κάτι το θεσμοθετημένο ούτε οι απόψεις που εκφράζονται είναι δεσμευτικές. Το ίδιο ισχύει και για τυχόν απόψεις που θα ζητηθούν από τους προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων και του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου.

 

Δημοκρατική νομιμοποίηση

Αποτελεί διεθνώς αποδεκτή αρχή ότι οποιοδήποτε σύστημα διορισμού δικαστών στις σύγχρονες δημοκρατίες πρέπει να εδράζεται πάνω στην αρχή της δημοκρατικής νομιμοποίησης (democratic accountability). Δηλαδή, η άντληση εξουσίας (και άρα νομιμοποίησης) απευθείας από τον λαό, είναι ο βασικότερος πυλώνας ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Οποιοσδήποτε ασκεί εξουσία πρέπει να την αντλεί από, και να λογοδοτεί, στο εκλογικό σώμα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας εκλέγεται απευθείας από τον λαό, οι βουλευτές ως μέλη της νομοθετικής εξουσίας εκλέγονται από, και λογοδοτούν, στον λαό. Σε όλες τις χώρες μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, ο διορισμός δικαστών γίνεται από συμβούλια ή επιτροπές στις οποίες, κατά κανόνα, συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα εκλελεγμένοι από τον λαό εκπρόσωποι π.χ. υπουργοί Δικαιοσύνης ή άλλες προσωπικότητες διορισμένες από τον Αρχηγό του κράτους. Έχουν λόγο επομένως εκπρόσωποι του εκλογικού σώματος.

Στην Κύπρο, είναι φανερό, ότι σηκώνει πολλή συζήτηση το εάν υπάρχει το στοιχείο της δημοκρατικής νομιμοποίησης στον διορισμό των δικαστών, αλλά και στην ίδια τη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο διορισμός των δικαστών του Ανωτάτου, που γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ενέχει αυτό το στοιχείο, αφού τον Πρόεδρο εκλέγει απευθείας ο λαός. Από την άλλη όμως, είναι γεγονός, ότι ο Πρόεδρος ακολουθεί πάντα (εκτός από την περίπτωση του μ. Ράλλη Γαβριηλίδη) την εισήγηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για διορισμό νέου μέλους του, και το Ανώτατο πάντα εισηγείται τον αρχαιότερο πρόεδρο επαρχιακού δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας απλώς, κάθε φορά, επιβεβαιώνει την εισήγηση του Ανωτάτου και δεν έχει ο ίδιος -και άρα ούτε ο λαός που τον εκλέγει- οποιοδήποτε ενεργό ρόλο ή λόγο στον διορισμό νέου εφέτη. Συνεπακόλουθα, ο διορισμός των υπολοίπων δικαστών που γίνεται από το ΑΔΣ εξακολουθεί να έχει το ίδιο δημοκρατικό έλλειμμα. Απουσιάζει το στοιχείο της δημοκρατικής νομιμοποίησης και έχει, στην ουσία, καταλήξει σε μία κλειστή διαδικασία που ελέγχεται απόλυτα από το ΑΔΣ χωρίς αναφορά ή λογοδοσία άμεση ή έμμεση στο εκλογικό σώμα.

 

Μόνον στην Κύπρο…

Σε ό,τι αφορά τον διορισμό των δικαστών, σε χώρες Κοινοδικαίου -όπως η Αγγλία- ο διορισμός γίνεται με βάση την εμπειρία στη δικηγορία - επιλέγονταν δικηγόροι που έχουν καταξιωθεί στο επάγγελμα και έχουν κερδίσει την αναγνώριση των συναδέλφων τους και του νομικού κόσμου γενικότερα. Η Κύπρος περιλαμβάνεται στη 2η κατηγορία, δηλαδή σε αυτές τις χώρες όπου ο διορισμός γίνεται με βάση την εμπειρία στο επάγγελμα. Υπάρχουν τρεις κατηγοριοποιήσεις σε σχέση με το πώς διορίζονται οι δικαστές: (α) Διορισμοί μόνο από δικαστές,(β) Διορισμοί από μη δικαστές, (γ) Συνδυασμός των δύο. Στην 1η κατηγορία, δηλαδή οι διορισμοί δικαστών να γίνονται μόνον από δικαστές, περιλαμβάνονται μόνο τρεις χώρες: η Κύπρος, η Λετονία και η Λιθουανία. Η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης ανήκουν στην 3η κατηγορία, δηλαδή χρησιμοποιούν μικτό σύστημα.

 

Κριτήρια επιλογής

Εξετάζοντας το θέμα των προσόντων ενός υποψήφιου δικαστή, δεν θέλει ιδιαίτερη μελέτη για να αντιληφθούμε ότι στο δικό μας σύστημα, κριτήρια και προσόντα που για άλλους διορισμούς (π.χ. στη δημόσια υπηρεσία) θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ, για την περίπτωση του διορισμού των δικαστών απουσιάζουν πλήρως. Σε άλλες χώρες, ένας υποψήφιος δικαστής, πέραν της γνώσης του αντικειμένου, της πείρας και του αναμφισβήτητου κύρους, θα πρέπει να έχει προσόντα όπως είναι: διανοητική ικανότητα/ευφυΐα, υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης στο επάγγελμα, ακεραιότητα και ανεξαρτησία, καλή κρίση και υψηλού επιπέδου αντίληψης/αίσθησης του δικαίου, αυτοπεποίθηση, αποφασιστικότητα και αντικειμενικότητα, ικανότητα αντιμετώπισης όλων με σεβασμό και ευαισθησία ανεξάρτητα από το ιστορικό τους, υπομονή και ευγένεια, ικανότητα εμπνεύσεως σεβασμού και εμπιστοσύνης, εργατικότητα, αποτελεσματικότητα, δεξιότητες ηγεσίας και συνεργασίας κ.λπ. Αυτά αλλού. Στον τόπο μας, είναι αντιληπτό ότι με τη διαδικασία διορισμού που ακολουθείται, είναι αδύνατον για το διορίζον όργανο να αναγνώσει, να διαπιστώσει και να πειστεί για τις ικανότητες/δυνατότητες/δεξιότητες/γνώσεις και χαρακτήρα ενός υποψηφίου μέσα στα ελάχιστα λεπτά της προφορικής συνέντευξης με τον υποψήφιο. Και όπως σημειώνει ο Χριστόφορος Χριστοφή στη μελέτη του, «δυστυχώς έχουμε και παραδείγματα αυθαιρεσιών, προσβολής δικηγόρων, ανικανότητα διεύθυνσης μίας δίκης και δικαστές με ελλιπή νομική κατάρτιση. Εξάλλου το τελευταίο στοιχείο, αυτό της ελλιπούς νομικής κατάρτισης, αποτυπώνεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όταν σχολιάζονται με καυστικό και επικριτικό τρόπο αποφάσεις πρωτόδικων δικαστηρίων. Τεράστια σημασία έχει, επίσης, το να υπάρχει διαδικασία και σύστημα ελέγχου και να μην αισθάνεται ο οποιοσδήποτε ότι βρίσκεται στο απυρόβλητο».

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Επόμενο άρθρο:

Αφιέρωμα

Κων. Βελάρης: Σε πολύ χαμηλό επίπεδο η Δικαιοσύνη μας

«Επανειλημμένα ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ότι ο Τύπος είναι εκείνος που μπορεί να ασκήσει τον έλεγχο στη διοίκηση, στην αυθαιρεσία»...

04 / 09
Επιστροφή
στην αρχή