Εξάρτηση - Συνεξάρτηση (Της Χριστιάνας Μεττή)

ΑΠΟΨΗ /ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Οι παράγοντες δομούνται κατά κύριο λόγο κατά την παιδική ηλικία και αφορούν την παιδική κακοποίηση κάθε μορφής (σεξουαλική, συναισθηματική ,σωματική)

Της Χριστιάνας Μεττή*

Όταν ακούει κανείς αυτό τον όρο εξάρτηση, το πιο πιθανόν είναι να έρθει στο μυαλό του το σενάριο ενός ανθρώπου που είναι εξαρτημένος σε ψυχοδραστικές ουσίες. Στο παρόν άρθρο όμως, θα παρουσιαστεί μια ακόμα πτυχή του θέματος. Βασικά, θα αναλυθεί η εξάρτηση και κατ' επέκταση συνεξάρτηση που πιθανόν να αναπτύξει ένας άνθρωπος σε έναν άλλο άνθρωπο καθώς και τους πιθανούς παράγοντες που δομούν αυτό το εξαρτητικό πλαίσιο.

Πιο συγκεκριμένα, η συνεξάρτηση υφίσταται όταν ένα άτομο είναι - απόλυτα ή κατά πολύ μεγάλο ποσοστό- εξαρτημένο από ένα άλλο άτομο με αποτέλεσμα να χάνει την επαφή με τον πραγματικό του εαυτό. Ουσιαστικά, ο συνεξαρτημένος μπαίνει σε μια διαδικασία υποταγής και λειτουργεί βάσει των επιθυμιών και των θέλω των άλλων. Χάνει δηλαδή, την προσωπική του ταυτότητα και αδυνατεί να δει τον εαυτό του μέσα από τα δικά του μάτια αλλά μόνο μέσα από την οπτική τρίτων ανθρώπων. Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα, ποιοι είναι οι παράγοντες του φαινομένου εξάρτησης-συνεξάρτησης;

Οι παράγοντες δομούνται κατά κύριο λόγο κατά την παιδική ηλικία και αφορούν την παιδική κακοποίηση κάθε μορφής (σεξουαλική, συναισθηματική ,σωματική) και το δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον.

Αρχικά, η παιδική κακοποίηση -ένα φαινόμενο το οποίο συμβαίνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια πίσω από κλειστές πόρτες- είναι ένα τραύμα το οποίο κατά μεγάλο μέρος καθορίζει τις αντιδράσεις, τη συμπεριφορά καθώς και τις άμυνες που ενεργοποιεί το παιδί στη μετέπειτα ζωή του. Ουσιαστικά, το παιδί τις περισσότερες φορές, αδυνατώντας να ξεχωρίσει το δικό του μερίδιο ευθύνης -λόγω του νεαρού της ηλικίας- αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη.

Έτσι, η κάθε μορφή κακοποίησης προκαλεί στο παιδί και αργότερα στον συνεξαρτημένο ενήλικα, αισθήματα ντροπής και ενεργοποιεί κατ' επέκταση το ενοχικό του αίσθημα. Έτσι, ως ενήλικας δυσκολεύεται να θέσει λειτουργικά όρια πιθανόν από φόβο για επανάληψη της κακοποίησης και έτσι διακατέχεται από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό που ίσως χαρακτηρίζει αυτά τα άτομα είναι σκέψεις στο δίπολο μεταξύ άσπρου - μαύρου, καθώς επίσης δυσκολία να αναγνωρίσει και να καλύψει τις ανάγκες και τις επιθυμίες του.

Στη συνέχεια, το δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον είναι ένας καταλυτικός παράγοντας για να «γεννηθεί» και να εδραιωθεί η συνεξάρτηση. Στα δυσλειτουργικά οικογενειακά συστήματα μερικοί γονείς συμπεριφέρονται στα παιδιά τους με τρόπο ο οποίος φαίνεται «φυσιολογικός» ενώ στην ουσία «τραυματίζει» τα παιδιά. Αναλυτικότερα, πολλοί γονείς μέχρι πρότινος πίστευαν ότι αν χτυπούσαν το παιδί τους και το κακοχαρακτήριζαν θα ακολουθούσε τους κανόνες που του υπέβαλαν και ότι δεν θα υπήρχε περίπτωση να ξεφύγει από τον «σωστό» δρόμο. Επίσης, μερικοί θεωρούν ότι οι σκέψεις των παιδιών και τα συναισθήματά τους είναι αμελητέα και χρησιμοποιούν την κλασική έκφραση: «είναι μωρό, δεν καταλαβαίνει».

Ταυτόχρονα όμως, υπάρχουν και οι γονείς οι οποίοι υπερπροστατεύουν τα παιδιά τους σε σημείο που τα παιδιά νιώθουν ότι χωρίς τους γονείς δεν θα μπορούν να ζήσουν και δεν θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν καμία κατάσταση στο μέλλον. Σε πολλούς αυτό θα φανεί γνώριμο, ειδικά στην Κύπρο αλλά και αυτή η συμπεριφορά είναι κακοποιητική. Ο λόγος είναι διότι η υπερπροστασία δεν επιτρέπει στο παιδί να αναπτυχθεί, να δημιουργήσει ξεχωριστή προσωπικότητα, να κάνει βήματα προς την ανεξαρτησία του καθώς και να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν σαν ενήλικας.

Παράλληλα, έχει φανεί πως εάν κατά την παιδική ηλικία τραυματιστεί κανείς συναισθηματικά προσκολλάται συνήθως στον ένα από τους δύο γονείς -κυρίως στον ηγέτη της οικογένειας- με αποτέλεσμα την πλήρη ταύτιση και τη μη αποτελεσματική οικοδόμηση του «εγώ» (ανασφάλειες, απώλεια εαυτού, σχεδόν μηδενικά όρια). Αυτό συμβαίνει, λόγω του ότι τα παιδιά αναλαμβάνουν την ευθύνη για τον «τραυματισμό» τους στηριζόμενα σε λάθος πεποιθήσεις (π.χ. εάν δεν ήμουν κακό παιδί δεν θα μου συνέβαινε αυτό). Σαν αποτέλεσμα αυτού υιοθετούν ως μηχανισμό άμυνας το προφίλ του πιο δυνατού μέλους της οικογένειας και ταυτίζονται απόλυτα μαζί του καθώς και κάνουν τα πάντα συνήθως υποσυνείδητα (πλήρης υποταγή) για να τον έχουν δίπλα τους για να νιώθουν προστασία και ασφάλεια.

Επίσης, οι γονείς από την υπερβολική θέλησή τους να προστατεύσουν το παιδί και να το μεγαλώσουν σωστά και με ασφάλεια δεν του αφήνουν το περιθώριο για αυτονόμηση έτσι πιθανόν να δομηθεί εξαρτητική σχέση. Από την άλλη, οι γονείς οι οποίοι κακοποιούν το παιδί τους, «το αναγκάζουν» να υποτάσσεται στα δικά τους θέλω από φόβο επανάληψης της κακοποίησης με αποτέλεσμα να χαθεί ο εαυτός του παιδιού.

Εν κατακλείδι, δύο πιθανές ερωτήσεις που ίσως προκύψουν από πολλούς ανθρώπους μετά από την ανάγνωση αυτού του άρθρου είναι: «Πώς πρέπει τελικά να συμπεριφερόμαστε για να μην δημιουργηθεί αυτή η σχέση εξάρτησης; Ποιος είναι επιτέλους ο σωστός τρόπος διαπαιδαγώγησης των παιδιών;» 

Η απάντηση είναι μία: «Παν μέτρον, άριστον»

 

*Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας του Global College

Πτυχιούχος Κοινωνιολογίας κάτοχος MSc Criminology


Επιστροφή
στην αρχή