Έβαλε το τελευταίο του γκολ καθώς έφευγε από εμάς

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Οι ήρωες της παιδικής μας ηλικίας.Πρόσωπα τα οποία είχαμε συνηθίσει και νομίζαμε ότι θα ζούσαν για πάντα.Φεύγουν το ένα μετά το άλλο.Ο Αχμέτ Γκιουρσές

Η Κύπρος χάνει τη μια ζωντανή ιστορία της μετά την άλλη. Και μας μαζεύουν πάνω από τις σορούς στις κηδείες όσους έχουμε μείνει. Και λέμε έφυγε μια ιστορία. Μια ζωντανή ιστορία. Οι ήρωες της παιδικής μας ηλικίας. Πρόσωπα τα οποία είχαμε συνηθίσει και νομίζαμε ότι θα ζούσαν για πάντα. Φεύγουν το ένα μετά το άλλο. Ο Αχμέτ Γκιουρσές. Και ο Σεβίμ Εμπέογλου. Και οι δύο έφυγαν για την αιωνιότητα ο ένας μετά τον άλλον σε ηλικία 87 χρόνων. Ο Αχμέτ Γκιουρσές ήταν ιμάμης στο τζαμί της Αγιάς Σοφιάς για εξήντα χρόνια. Ναι, τηςΑγιάς Σοφιάς. Ύστερα έγινε Σελιμιγιέ. Και πάντα Αγιά Σοφιά τη λέγαμε όταν ήμασταν παιδιά. Και η πλατεία δεν ήταν η πλατεία Σελιμιγιέ, αλλά η πλατεία Αγιάς Σοφιάς. Μέχρι σήμερα ο Αχμέτ Γκιουρσές τέλεσε τουλάχιστον είκοσι χιλιάδες κηδείες. Διάβασε προσευχές με τη μαγευτική του φωνή από ποιήματα στις πολυπληθείς κηδείες των πεσόντων που περνούσαν από την πλατεία Σαράι και τη λεωφόρο Κερύνειας. Δεν θα ξανάρθει έτσι εύκολα κάποιος όμοιός του. Πόσο οραματιστής, πόσο κοσμικός ήταν. Αν θα υπάρχουν ιμάμηδες, θέλω να είναι σαν τον Αχμέτ Γκιουρσές. Ακόμα και αν είμαι αθεϊστής, μου φαίνονται γλυκά από τη δική του φωνή ακόμα και τα καλέσματα για προσευχή. Να μην θεωρηθεί ότι κάνω διακρίσεις ανάμεσα σε Κύπριους και Τούρκους σε αυτό το θέμα, αλλά κανένας από τους ιμάμηδες που ήρθαν στο νησί μας από την Τουρκία δεν μπόρεσε να καλύψει τη θέση του Αχμέτ Γκιουρσές. Όσοι ενδιαφέρονται για τη θρησκευτική μας ταυτότητα να κοιτάξουν τον Αχμέτ Γκιουρσές. Μετά από τόσες κηδείες που τέλεσε, τελέστηκε και η δική του κηδεία. Και πήρε και αυτός τη θέση του στο νεκροταφείο του Δικώμου, το οποίο γεμίζει. Πόσοι αγαπημένοι νεκροί μας υπάρχουν εκεί. Σεργιανίζουν οι νεκροί στο νεκροταφείο του Δικώμου. Όποιος πάει εκεί δεν επιστρέφει ξανά. Πάει και μένει. Το παντοπωλείο είναι το παλιό παντοπωλείο. Η περιοχή Αράστα είναι η παλιά Αράστα. Το Μπουγιούκ Χαν είναι το παλιό χάνι. Πώς δεν γίνονται αντιληπτές οι καρέκλες και οι γωνιές που αδειάζουν σε αυτά τα μέρη. Ο μπακάλης, ο παπουτσής και ο ράφτης που ανταλλάζουν χαιρετισμούς. Ο Τσιρακλί είναι ο πιο μόνιμος αυτής της αγοράς. Κουβεντιάζουν στο πόδι οι φίλοι του. Πώς δεν τον θυμούνται.


Ο Σεβίμ Εμπέογλου. Σύμβολο της ελληνοτουρκικής αδελφοσύνης. Θρυλικός Λεμεσιανός. Μάγος του ποδοσφαίρου. Αφέντης και βασιλιάς των γηπέδων μας. Ενώ οργανώνονταν υπογείως από τη μια πλευρά η ΕΟΚΑ και από την άλλη η ΤΜΤ, εκείνος έπαιζε ποδόσφαιρο σε μια ελληνοκυπριακή ομάδα. Κατέκτησε τρία πρωταθλήματα με τα χρώματα της ΑΕΛ. Τα χρώματα της ΑΕΛ ήταν το γαλάζιο και το λευκό. Αλλά όταν υπερτέρησε η αγάπη του Σεβίμ Εμπέογλου που είχε για το κίτρινο και το γαλάζιο, ο οποίος αγαπούσε τη Φενερμπαχτσέ, η ΑΕΛ μετέτρεψε και αυτή τα χρώματά της σε κίτρινο και γαλάζιο. Τότε οι ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές ομάδες ήταν κάτω από τη στέγη της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου. Αγωνίζονταν στην ίδια κατηγορία. Ο Σεβίμ Εμπέογλου αναδείχθηκε δύο φορές πρώτος σκόρερ στην ΑΕΛ. Εκείνος ήταν ο πρώτος που αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του κοινού ελληνοτουρκικού πρωταθλήματος.


Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, το 2003, ήρθαν και τον επισκέφτηκαν πάρα πολλοί Λεμεσιανοί παλιοί του φίλοι και θαυμαστές. Ξαναγεννήθηκαν οι παλιές τους φιλίες. Πήγε και εκείνος να τους επισκεφτεί και έγινε δεχτός με μεγάλο σεβασμό και φιλοξενία στη Λεμεσό. Ήταν το κάτι άλλο οι εποχές που περάσαμε με τους Δεφτέραλι και Εμπέογλου. Εποχές τις οποίες ακόμα νοσταλγούμε πολύ. Αναμνήσεις πολύ μακρινές, αλλά που δεν σβήνουν ποτέ από την καρδιά μας. Πέθανε ο Σεβίμ Εμπέογλου. Τώρα υπάρχουν κάποιοι που κλαίνε όχι μόνο στον βορρά, αλλά και στον νότο. Αυτό το πένθος, αυτά τα δάκρυα μάς ενώνουν. Οι κοινωνίες που έχουν κοινές λύπες και χαρές δεν μπορούν να αποκοπούν η μία από την άλλη. Μην προσπαθείς άδικα σοβινιστή φίλε. Δεν μπορείς να τις αποκόψεις. Κοίτα ο σκόρερ των γηπέδων Σεβίμ Εμπέογλου βάζει το τελευταίο του γκολ καθώς φεύγει από εμάς.
Μια απερίγραπτη στεναχώρια πλακώνει την ψυχή μου καθώς πρόσωπα τα οποία είχαμε συνηθίσει από την παιδική μας ηλικία μάς αφήνουν και φεύγουν ήσυχα. Όμως, η βραδιά είναι η ίδια όπως πάντα. Τα αστέρια είναι τα ίδια όπως πάντα. Τα σύννεφα είναι τα ίδια σύννεφα. Ένα οικογενειακό τραπέζι. Και μια θέση που άδειασε στο τραπέζι. Τα ρούχα του στην ντουλάπα. Οι παντόφλες του μπροστά στην πόρτα. Το τελευταίο του γέλιο, τα τελευταία του λόγια που βρίσκονται στη θύμηση. Και τα μυστικά του που παρέμειναν άγνωστα. Μου τηλεφώνησε ένας συμπολίτης μας. Θα μου έλεγε κάτι. Πέθανε ο παππούς του τις προάλλες, λέει. Σε ηλικία 79 χρόνων. «Κάτω από το κρεβάτι του βγάλαμε τέσσερις τόνους εφημερίδες», είπε. Τέσσερις τόνους εφημερίδες Αβρούπα και Αφρίκα. Τι μεγάλη ευτυχία για μένα. Μακάρι να είχα γνωρίσει τον Μούσα Μουχτάρογλου. Αν υπάρχουν τόσο βαθιά ριζωμένα πλατάνια στις τάξεις μας, θα νικηθούμε; Ας μην ενθουσιάζονται άδικα όσοι μας πετροβολούν…


Εκείνοι πέθαναν. Εμείς ζούμε. Ξέρουμε ότι δεν θα ξανασυναντήσουμε κανέναν τους σε αυτούς τους δρόμους. Εκείνοι άφησαν ένα αποτύπωμα σε αυτό το νησί που δεν θα μπορέσει να το σβήσει κανένας άνεμος. Σε ολόκληρο το νησί, όχι μόνο στο μισό. Όποτε πεθάνει κάποιος από εμάς και κλάψουν γι’ αυτόν όλοι, Έλληνες, Τούρκοι, Μαρωνίτες και Αρμένιοι, αυξάνεται η πίστη μου ότι μια μέρα θα ζήσουμε αδελφικά σε αυτήν τη χώρα. Όποτε υπάρχουν μέρες που κλαίμε και γελάμε μαζί, δεν σβήνει καθόλου αυτή η πίστη μου.


Επιστροφή
στην αρχή