Επετειακό για το 1963... Tου Γιώργου Διονυσίου

ΑΠΟΨΗ /ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η δική μας πλευρά χρεώνεται με την ευθύνη της συνωμοσίας για την αφαίρεση των προνομίων που το Σύνταγμα κατοχύρωνε στους Τ/Κ

Συμπληρώθηκαν στις 22 Δεκεμβρίου πενήντα τέσσερα χρόνια από την έναρξη των διακοινοτικών ταραχών το 1963, οι οποίες οδήγησαν στη διάλυση της δικοινοτικής Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία συστάθηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1960.Πρόκειται για μια από τις πιο θλιβερές στιγμές στη σύγχρονη ιστορία μας, γιατί δρομολόγησε τις εξελίξεις που οδήγησαν στην τουρκική εισβολή. Η δεκαετία που ακολούθησε έως το 1974 έδωσε μια μεγάλη ευκαιρία σε Ε/Κ και Τ/Κ να διευθετήσουν τις διαφορές τους, χωρίς όμως επίσημη κατάληξη.

Η ευθύνη για τα γεγονότα βαραίνει και τις δύο πλευρές. Παρόλο που στην ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη τα γεγονότα θεωρούνταν ως «τουρκοανταρσία», σήμερα με την ιστορική έρευνα φαίνεται καθαρά ότι μεγάλες ευθύνες ανήκουν και σε μας.

Ασύμβατοι εθνικισμοί και από τις δύο πλευρές οδήγησαν την Κύπρο στο χειρότερο σημείο της ιστορίας της, γιατί για πρώτη φορά απειλείται η φυσική ύπαρξη στο νησί των Ελληνοκυπρίων αλλά και των Τουρκοκυπρίων. Η δική μας πλευρά χρεώνεται με την ευθύνη της συνωμοσίας για την αφαίρεση των προνομίων που το Σύνταγμα κατοχύρωνε στους Τ/Κ και για την εκδίωξή τους από την κυβέρνηση. Αυτά είναι γεγονότα αδιαμφισβήτητα και επιβεβαιώνονται και από δηλώσεις των πρωταγωνιστών της εποχής, αλλά και από το σχέδιο Ακρίτας. Από την άλλη οι Τ/Κ ετοίμαζαν σχέδια αντίδρασης και απόσχισης από την Κυπριακή Δημοκρατία, στην περίπτωση που οι Ε/Κ προχωρούσαν σε αναθεώρηση του Συντάγματος. Τελικά και στις δύο πλευρές τα γεγονότα εξελίχθηκαν σύμφωνα με τους σχεδιασμούς των ακραίων στοιχείων τους, τον λογαριασμό όμως τον πληρώνουμε περισσότερο εμείς οι Ελληνοκύπριοι.

Τη δεκαετία που ακολούθησε εμπεδώθηκε η αντίληψη ότι η ευθύνη ανήκει σχεδόν αποκλειστικά στους Τουρκοκύπριους και η εθνικιστική ρητορική ήταν το κύριο στοιχείο της πολιτικής μας ζωής. Μάλιστα επέστρεψε δυναμικά από παλιά ως επίσημη πολιτική των Ε/Κ η ένωση με την Ελλάδα και η διχοτόμηση για τους Τ/Κ. Στόχος της πλευράς μας ήταν η οικονομική εξουθένωση των Τ/Κ στους θυλάκους τους και ο εξαναγκασμός τους να συγκατανεύσουν στην περικοπή των προνομίων τους στο Σύνταγμα, όπως το δήλωσε ο ίδιος ο Πρόεδρος Μακάριος ενώπιον του Συμβουλίου του Στέμματος στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1967. Παράλληλα οι Τ/Κ δύο φορές ζήτησαν να επανέλθουν στην Κυπριακή Δημοκρατία, το 1965 και το 1968, και τις δύο όμως φορές δεν έγιναν δεκτοί.

Συνομιλίες για ειρηνική διευθέτηση άρχισαν μόλις το 1968, τέσσερα χρόνια μετά τα γεγονότα του 1963 και 1964. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι μέχρι τον Ιούλιο του 1974 υπήρξαν δύο ευκαιρίες για λύση. Η πρώτη το 1968 και η δεύτερη το 1974. Στην πρώτη το 1968 ουσιαστικά οι Τ/Κ, με τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας, αποδέχτηκαν τα 13 σημεία Μακαρίου για αναθεώρηση του Συντάγματος, περιλαμβανομένων της κατάργησης του βέτο του αντιπροέδρου, των χωριστών πλειοψηφιών στη Βουλή και μείωση του ποσοστού συμμετοχής των Τ/Κ στη Δημόσια Υπηρεσία από 30% σε 20%, σύμφωνα με την αναλογία πληθυσμού. Ως αντάλλαγμα ζήτησαν τοπική αυτοδιοίκηση, όπου το επέτρεπαν τα δημογραφικά δεδομένα, χωρίς μετακίνηση πληθυσμών. Ο Πρόεδρος Μακάριος πεισματικά απέρριψε τη συμφωνία, θεωρώντας ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ της πλευράς μας και ότι οι Τ/Κ θα κατέρρεαν οικονομικά, για αυτό και οι αντιπροτάσεις του ήταν πολύ σκληρές. Στόχος του ήταν η μετατροπή της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε μειονότητα. Ο διαπραγματευτής Γλαύκος Κληρίδης επέμενε να γίνει δεκτή, πλην όμως μάταια. Ο Μακάριος ήταν ανένδοτος. Οι συνομιλίες, όμως, συνεχίστηκαν και Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς και πάλιν κατέληξαν σε συμφωνία τον Ιούλιο του 1974, με πολλές τροποποιήσεις, ειδικά στο θέμα της τοπικής αυτοδιοίκησης, η συμφωνία όμως ποτέ δεν εφαρμόστηκε, λόγω των γεγονότων. Όμως στη δεύτερη αυτή περίπτωση τα δεδομένα είχαν αλλάξει δραματικά εις βάρος μας. Στην ελληνοκυπριακή κοινότητα άρχισε ήδη η εμφύλια διαμάχη, η διεθνής κοινότητα στράφηκε πολύ εχθρικά εναντίον της χούντας των Αθηνών, ο δικτάτορας Παπαδόπουλος ανατράπηκε από τον Ιωαννίδη και σημειώθηκε ρήξη στις σχέσεις Αθηνών και Λευκωσίας. Έτσι χάθηκε και αυτή η ευκαιρία.

Οι δύο αυτές ευκαιρίες είναι εν πολλοίς άγνωστες στο ευρύ κοινό. Τι μας διδάσκουν για το τότε και για το σήμερα; Ότι, παρά το γεγονός ότι η Τουρκία είχε δείξει τα δόντια της με τους βομβαρδισμούς στην Τηλλυρία τον Αύγουστο του 1964, η πλευρά μας δεν συνετίστηκε, δεν προσγειώθηκε και δεν εκμεταλλεύτηκε τα τότε ευνοϊκά δεδομένα, κρημνοβατώντας στο βάραθρο, όπου και τελικά μας έριξε. Σήμερα, ασφαλώς, τα δεδομένα έχουν διαφοροποιηθεί συντριπτικά σε βάρος μας. Αν ως ελληνισμός δεν αντιληφθούμε ότι το σημερινό εφικτό θα είναι και πάλιν το αυριανό ευκταίο, θα βιώσουμε και άλλες εξίσου χειρότερες εμπειρίες. Πόσες φορές να την πάθουμε; Επίσης ότι ο υποβιβασμός των Τ/Κ σε μειονότητα, όπως δείχνει να επιθυμεί με τη ρητορική του μέρος του πολιτικού κόσμου, είναι αδύνατη και δεν θα γίνει ποτέ. Τέλος, αλλά όχι τελευταίο, ως κοινωνία πρέπει να αποκτήσουμε κριτική στάση απέναντι στα γεγονότα, βασισμένη στη γνώση. Προϋπόθεση αυτού είναι και η αποκαθήλωση συμβόλων και η απομυθοποίηση προσώπων.

* Βιβλιογραφία: 1) Κείμενα Νίκου Περιστιάνη, Πολύβιου Πολυβίου και Μακάριου Δρουσιώτη στο συλλογικό έργο «Κυπριακή Δημοκρατία 50 χρόνια επώδυνη πορεία».
2) Μακάριου Δρουσιώτη, «Η πρώτη Διχοτόμηση».

George.Dionyssiou@primehome.com 


Επιστροφή
στην αρχή