Έπεσε «μαύρο» στο χωριό Καπέδες

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Για ανθρώπους που σε ολόκληρη τη ζωή τους ήξεραν μόνο τους ανθρώπους των τοπικών ΣΠΕ, η προσαρμογή στη νέα κατάσταση μοιάζει με ανέβασμα βουνού.

Οι Καπέδες είναι ένα χωριό κοντά στη Λευκωσία, κοντά δηλαδή σε όλες τις παροχές που μπορεί να προσφέρει μια πόλη και πολύ περισσότερο η πρωτεύουσα ενός κράτους: καταστήματα, υπεραγορές, υπηρεσίες, τράπεζες, νοσοκομεία.


Στο κέντρο του χωριού, όμως, ο επισκέπτης θα βρεθεί μπροστά σε ένα περίεργο θέαμα. Η είσοδος του καταστήματος της πρώην τοπικής ΣΠΕ, ένα από τα 90 καταστήματα που έκλεισαν τον περασμένο μήνα (και συγκεκριμένα στις 18 Ιουλίου) στο πλαίσιο της υλοποίησης του σχεδίου αναδιάρθρωσης της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας, είναι καλυμμένη με ένα μαύρο ύφασμα.


«Γιατί μαύρο», ρωτώ αυθόρμητα τον πρόεδρο της κοινότητας Καπέδων και πρόεδρο της ’Ενωσης Κοινοτήτων Κύπρου Ανδρέα Κιτρομηλίδη.
«Δεν πέθανε;» απαντά και ξεκινά η συζήτηση για το τι σημαίνει για την καθημερινότητα ενός χωριού το κλείσιμο του τοπικού καταστήματος της ΣΠΕ, έστω και αν λειτουργούσε μια φορά την εβδομάδα.


Ο κ. Κιτρομηλίδης δείχνει προς το συνεργατικό παντοπωλείο το τοπικό μπακάλικο.


Γραφεία της κοινότητας, η θυρίδα της ΣΠΕ και το παντοπωλείο συστεγάζονται σε ένα κοινό κτήριο, στο κέντρο του χωριού.
«Όλα αυτά χτίστηκαν με χρήματα των κατοίκων του χωριού, με δικά μας χρήματα και τώρα μας τα έχουν πάρει. Τα θέλουμε πίσω και όχι να μας τα πουλήσουν», αναφέρει ο κ. Κιτρομηλίδης πριν μπούμε στο μπακάλικο.


«Έφυγε η ζωή από το χωριό» λέει η Λένα Κυριακού, που νοικιάζει τον χώρο από τον συνεργατισμό. Κάθε Παρασκευή, που άνοιγε το κατάστημα, πάνω από 30 άτομα μαζεύονταν στην πλατεία.


«Με τη λειτουργία της ΣΠΕ, έστω και μια φορά την εβδομάδα, η πλατεία ήταν γεμάτη. Οι κάτοικοι έκαναν τις δουλειές τους στη ΣΠΕ και ταυτόχρονα ψώνιζαν τα απαραίτητα. Με το κλείσιμο του καταστήματος της ΣΠΕ η δουλειά έπεσε στο μισό. Οι κάτοικοι κατεβαίνουν στην πόλη για να πάνε στην τράπεζα και παράλληλα κάνουν τα ψώνια τους. Δεν ξέρω για πόσο ακόμη θα καταφέρω να κρατήσω την επιχείρηση», προσθέτει και συμπληρώνει ότι η ίδια κατάσταση υπάρχει και στα υπόλοιπα χωριά καθώς έκλεισε το τοπικό κατάστημα της ΣΠΕ.


«H πολιτεία πρέπει να εξετάσει το πρόβλημα που δημιουργείται», σημειώνει η κ. Κυριακού.
Την ίδια εικόνα, της αλλαγής της καθημερινότητας στο χωριό, μεταφέρουν στον «Π» και κάτοικοι των Καπέδων.
«Υποχρεωτικά μετακινούμαστε εκτός χωριού και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Η συγκοινωνία δεν είναι τακτική. Το λεωφορείο δεν επιστρέφει αμέσως πίσω», λέει ο Παναγιώτης Καψάλης.


«Θα χάσουμε μια ημέρα», συμπληρώνει ο Χαράλαμπος Ανδρέου. Σήμερα ένας κάτοικος περιοχών που δεν εξυπηρετούνται από ΣΠΕ θα πρέπει να πάρει άδεια το πρωί από τη δουλειά για να πάει στο υποκατάστημα ενός διπλανού μεγαλύτερου χωριού ή στην κοντινή πόλη για να εξυπηρετηθεί.
Το κοινό ερώτημα που θέτουν οι λιγοστοί κάτοικοι των Καπέδων είναι πώς θα στηριχτεί η ζωή στα χωριά. Χρειάζονται υποδομές. Και αν ανακύπτουν τέτοια θέματα σε ένα χωριό κοντά στη Λευκωσία, η κατάσταση είναι πιο δύσκολη στις ορεινές περιοχές του Τροόδους.
Ίσως για τους νεώτερους, που έχουν την τράπεζα στην παλάμη τους, σε εφαρμογή στο κινητό τους, όλα αυτά να μοιάζουν παράξενα, αλλά για ανθρώπους που σε ολόκληρη τη ζωή τους ήξεραν μόνο τους ανθρώπους των τοπικών ΣΠΕ (που δούλευαν και απογεύματα και Σάββατο), η ιδέα ότι θα πρέπει να μπουν σε λεωφορείο ή στο αυτοκίνητο των παιδιών τους ή σε ένα λεωφορείο για να πάρουν τη σύνταξή τους μοιάζει με το ανέβασμα ενός βουνού.

Τα ακίνητα

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάτοικοι των χωριών (οι οποίοι έζησαν τις εποχές που ο συνεργατισμός στήριξε τις δουλειές τους και το νοικοκυριό τους) πέρα από την πρακτική δυσκολία θέτουν και ένα άλλο θέμα που έθιξε και κ. Κιτρομηλίδης: τι θα γίνει με τα ακίνητα των ΣΠΕ, τα κτήρια που χτίστηκαν από τους ίδιους και τους πρόγονούς τους. Υποχρεωτικά έχουν περάσει στην ιδιοκτησία της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά οι κάτοικοι και οι αρχές των κοινοτήτων τα θεωρούν δικά τους και τα θέλουν πίσω.


Επιστροφή
στην αρχή