Ένα απίθανο πρωινό στη Λεμεσό..

ΑΠΟΨΗ /ΣΤΙΓΜΕΣ

Η νύχτα ήταν σκύλα.Αγκαλίτσες,φιλάκια,παιγνίδια,ερωτόλογα,η θάλασσα μαγική,το φεγγάρι γεμάτο,ένα βράδυ από τα λίγα,ο ήλιος ανυπομονούσε να ανατείλει

Ο Άλαν περπατούσε τρεκλίζοντας αγκαλιά με την Τζέσικα. Ο παραλιακός πεζόδρομος στον μόλο μεγάλωνε το ειδύλλιο τους. Η νύχτα ήταν σκύλα. Αγκαλίτσες, φιλάκια, παιγνίδια, ερωτόλογα, η θάλασσα μαγική, το φεγγάρι γεμάτο, ένα βράδυ από τα λίγα, ο ήλιος ανυπομονούσε να ανατείλει, να λάμψει στην επιφάνεια της θάλασσας… μα έπρεπε να περιμένει ακόμα μια ώρα.

Φτάσανε τα δύο μεθυσμένα πιτσουνάκια στο ακρογιάλι, εκεί στο τέλος του μόλου. Καθίσανε κοντά στο απαλό κυματάκι, κυλιστήκανε στην άμμο. Η Τζέσικα συνεπαρμένη από τη θάλασσα, άρχισε να βγάζει τα βραδινά ρούχα της. Ο Άλαν εκστασιασμένος ακολούθησε. Δευτερόλεπτα μετά βούτηξε στο κρύο νερό. Αφέθηκαν κολυμπώντας στην αγκαλιά της γαλήνιας νυκτερινής θάλασσας σε ένα ειδύλλιο που δεν χώραγε κανέναν άλλο παρά μόνο αυτούς και το νερό.

Μα ο ανυπόμονος ήλιος δεν άργησε. Έστειλε πρώτα τις ακτίνες της αυγής να προετοιμάσουν τη γη και τη θάλασσα, να τα χαϊδέψουν να ξυπνήσουν, όπως κάνει η μάνα το πρωί στο παιδάκι που το ξυπνάει απαλά. Και λίγο πιο μετά η βραδινή γαλήνη έδωσε τη θέση της στον πρωινό οργασμό. Και γέμισε η παραλία ανθρώπους και λουόμενους και όλοι κοίταζαν να κάνουν αυτό που κάνουν κάθε μέρα.

Μα οι δύο επίδοξοι εραστές δεν αντιλήφθηκαν ότι τους πρόδωσε η μέρα και αργά ξεκίνησαν να βγουν στην αμμουδιά μα οι λουόμενοι τας πρωινάς ώρας δεν ανέχονται τρέλες από τα παιδιά της νύχτας. Και οι φωνές ακούγοντας μέχρι μακριά: «Ανώμαλοι, ρεζίλι, να δούμε τώρα πώς θα βγεις. Κοίτα αναίδεια, δεν ντρέπονται». Τα ηθικά λόγια έσκιζαν τον αέρα και καθάριζαν τη θάλασσα.

Ένας κύριος πλησίασε τη θάλασσα κρατώντας το μικρό του κοριτσάκι, έτοιμοι και οι δύο για το πρωινό τους μπάνιο και δέχθηκαν ευθύς τα βέλη της ομηγύρεως. «Φύγε βρε το παιδί από κει, θα τα δει όλα, ρε φύγε…». Και ο κύριος που δεν είχε αντιληφθεί την προσβολή της δημοσίας αιδούς, τώρα την αντιλήφθηκε. Και το παιδί κοίταξε και αυτό να δει, αυτό που δεν έπρεπε να δει, γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιληφθεί. Και γρήγορα-γρήγορα βουτήξανε γιατί φοβηθήκανε περισσότερο το μανιασμένο πλήθος παρά δύο φοβισμένους γυμνούς που δεν φαίνονταν στο νερό.

Και οι δύο γυμνοί που δεν είχαν καλά-καλά αντιληφθεί τι παίχτηκε ανάμεσα σε μια στιγμή βραδινής ερωτικής γαλήνης μέχρι τη στιγμή ενός ενεργειακού πρωινού, γρήγορα πετάχτηκαν έξω και έβαλαν ρούχα και το φιλοθεάμων κοινό φώναζε αλαλάζοντας τα αίσχη των καιρών. Έφυγαν κακήν κακώς λίγο πριν τους κατασπαράξουν για το τρελό, αθώο, ατόπημά τους. Η ωραία βραδιά κατέληξε ξινό πρωινό και από τότε δεν τους ξανάδε κανένας σε αυτήν πλευρά της Λεμεσού.

Και οι λουόμενοι συνέχισαν εκείνο το απίθανο πρωινό το μπάνιο τους απερίσπαστοι και η παραλία επανήλθε στα ηθικά της επίπεδα και την υπόλοιπη μέρα και τις επόμενες, οι αφηγήσεις έδιναν και έπαιρναν όλο ενθουσιασμό γιατί τα καμώματα της νύχτας τα είδε η μέρα και γελούσε.

 

 


Επιστροφή
στην αρχή