Εκφοβισμό από τον Γενικό Ελεγκτή καταγγέλλει η Ν. Χαραλαμπίδου

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

ια απειλές του Γενικού Ελεγκτή και δημιουργία εκφοβιστικού κλίματος σε βάρος της κάνει λόγο η δικηγόρος Νικολέττα Χαραλαμπίδου.

Για απειλές του Γενικού Ελεγκτή και δημιουργία εκφοβιστικού κλίματος σε βάρος της κάνει λόγο η δικηγόρος Νικολέττα Χαραλαμπίδου, σημειώνοντας ότι δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται στο στόχαστρο τέτοιων ενεργειών «από δημόσιες αρχές και συγκεκριμένους πολιτικούς κύκλους».
Η κα. Χαραλαμπίδου εξέδωσε σήμερα το απόγευμα γραπτή δήλωση με αφορμή, όπως αναφέρει, δημοσιεύματα που σχετίζονται με εκθέσεις, τοποθετήσεις και δηλώσεις του Γενικού Ελεγκτή οι οποίες αναφέρονται στο πρόσωπό της είτε υπό την επαγγελματική της ιδιότητα ως δικηγόρου είτε σε σχέση με την προσωπική της ζωή.


Η κα. Χαραλαμπίδου αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το δικηγορικό της γραφείο «έχει αναλάβει την σύνταξη αρκετών νομοθεσιών για λογαριασμό κρατικών ή άλλων αρχών αλλά και στη βάση συμβάσεων με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είτε μέσα από διαδικασίες απευθείας ανάθεσης είτε μέσω διαδικασιών προσφορών».
«Μέρος αυτής της εργασίας ήταν και η σύμβαση συντονισμού και ελέγχου της εργασίας για την κατάρτιση των ομοσπονδιακών νομοθεσιών, με απευθείας ανάθεση με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αλλά και συμβάσεις παροχής νομικών υπηρεσιών στην Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού και Επίτροπο Νομοθεσίας, είτε με απευθείας ανάθεση είτε μέσα από διαδικασίες προσφορών», προσθέτει.


Όπως αναφέρει, «ο Γενικός Ελεγκτής με την πρόσφατη έκθεσή του σε σχέση με το Γραφείο της Επιτρόπου Νομοθεσίας και Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού αλλά και τις μεταγενέστερες επίσης ‘αποκαλύψεις’ του ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου, άγγιξε το σημαντικό θέμα της απευθείας ανάθεσης συμβάσεων από το κράτος ή  δημόσιους ημικρατικούς οργανισμούς ή ανεξάρτητους θεσμούς,  σε ιδιώτες επαγγελματίες».
«Αυτό όμως που ξενίζει στη συγκεκριμένη περίπτωση», προσθέτει, «είναι το γεγονός ότι ενώ ο Γενικός Ελεγκτής  κατά την άσκηση των ελέγχων του έρχεται αντιμέτωπος με το θέμα της αγοράς νομικών υπηρεσιών συστηματικά και κατ΄επανάληψη, αποφεύγει να το διαχειριστεί συνολικά ή/και φαίνεται να αντιμετωπίζει διαφορετικά το όλο θέμα  ανάλογα με τον εκάστοτε ελεγχόμενο».


«Δεδομένης της σοβαρότητας του όλου θέματος», συνεχίζει, «θα ήταν ορθό όπως ο Γενικός Ελεγκτής ετοιμάσει ολοκληρωμένη έκθεση αναφορικά με την ανάθεση, είτε απ΄ευθείας είτε μέσω διαδικασιών προσφορών, συμβάσεων παροχής νομικών υπηρεσιών από όλους τους κρατικούς και δημοσίους οργανισμούς, θεσμούς και αρχές και τα δικηγορικά γραφεία που τις παρέχουν, κατά τα τελευταία δέκα χρόνια ή και προηγουμένως».  


Η κα. Χαραλαμπίδου αναφέρει επίσης ότι «οι δε αναφορές του Γενικού Ελεγκτή σε σύγκρουση συμφερόντων αναφορικά με συγκεκριμένες υποθέσεις, για τις οποίες ουδέποτε ζήτησε οποιεσδήποτε εξηγήσεις πριν καταλήξει σε εσφαλμένα και ανακριβή συμπεράσματα, τα οποία μάλιστα δημοσιοποίησε για πρώτη φορά όταν τα ανακοίνωσε, ενώ οι απειλές του περί παραπομπής μου στο πειθαρχικό συμβούλιο όπως και οι αναφορές του σε ‘φοροδιαφυγή’ και απειλές για ενημέρωση των φορολογικών αρχών, δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικά γεγονότα και αποτέλεσμά τους είναι η δημιουργία ενός εκφοβιστικού κλίματος σε  βάρος μου αλλά και η προσπάθεια φίμωσης της αντίδρασης μου ως επαγγελματία που εμφανώς έχει στοχοποιηθεί, για λόγους που μόνο ο ίδιος μπορεί να εξηγήσει».


«Δεν πτοούμαι από τέτοιες απειλές αφού ως δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ακτιβίστρια, δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι στο στόχαστρο τέτοιων ενεργειών από δημόσιες αρχές και συγκεκριμένους πολιτικούς κύκλους. Ευελπιστώ ότι θα μου παρασχεθεί η ευκαιρία να απαντήσω στις συγκεκριμένες κατηγορίες τις οποίες βρέθηκα να αντιμετωπίζω δημόσια, από την Ανώτατη μάλιστα Ελεγκτική Αρχή του κράτους, για τέτοιας σοβαρότητας ευρήματα σε βάρος μου, στη βάση ‘καταγγελιών’ που οδήγησαν μάλιστα και στη δημοσιοποίηση δεδομένων που αφορούν πελάτες μου», αναφέρει.  


Καταλήγοντας, αναφέρει ότι «ο τρόπος με τον οποίο ο Γενικός Ελεγκτής ασκεί τις εξουσίες του, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν ρυθμίζονται επαρκώς νομοθετικά ούτως ώστε να υφίσταται ασφάλεια δικαίου ως προς αυτές,  έχει στοχοποιήσει και οδηγεί στην απαξίωση πρόσωπα και θεσμούς, οι οποίοι, παρά τις όποιες επιμέρους αδυναμίες ενδεχομένως να υπάρχουν, είχαν και έχουν μια ουσιαστική και σταθερή συνεισφορά και έργο να επιτελέσουν στην κοινωνία».


Επιστροφή
στην αρχή