Διότι, όση κι αν είναι, η τύχη κάποτε τελειώνει

ΑΠΟΨΗ /ΚΑΤΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ

Όταν ο ένας παρεκτρέπεται και ψεύδεται ασύστολα αλλά οι άλλοι τον προσκυνούν και σκάζουν, καθένας για τους λόγους του, τότε το θέμα δεν είναι ο ένας

Μερικά 24ωρα μετά και ενώ ακόμη και θεολόγοι αντέδρασαν δημόσια, με τον Θεόδωρο Κυριακού λ.χ. να ζητά την παραίτηση του Αρχιεπισκόπου και την αντίδραση του κόσμου όχι μόνο για το τελευταίο ατόπημα της εγκυκλίου αλλά εν όλω για την εικόνα της Εκκλησίας που διοικεί, το πολιτικό και πολιτειακό οικοδόμημα βιώνει μια από τις πιο αναξιοπρεπείς στιγμές του στα χρονικά. Τα ΜΜΕ επίσης.

Σε απλά ελληνικά, ζούμε μια ξεφτίλα σπάνια. Ακόμα και για μας.

Θέλω να είμαι σαφής: Ο Χρυσόστομος Β’, κατά κόσμον Ηρόδοτος Δημητρίου, είναι αυτός που πάντα ήταν: ένας θρασύς, ανάγωγος και άνευ ορίων άνθρωπος, ο οποίος στα γεράματά του έχει αρχίσει να παρουσιάζει σημάδια όχι μόνο ραγδαίας επιδείνωσης της αχαρακτήριστης διαγωγής του αλλά και ενδείξεις οι οποίες, για να το θέσω όσο πιο κομψά μπορώ, ειδικά μετά τα όσα είπε περί δύο κρατών αλλά και διάφορα άλλα που προηγήθηκαν, δεν είμαι πλέον βέβαιος πόσο εύκολο είναι να κρίνονται.

Διότι, έχω την αίσθηση πως η περίπτωση του ανθρώπου ξεφεύγει όλο και περισσότερο από βασικούς κανόνες του καταλογισμού.

Το ζήτημα που προκύπτει είναι πολύ πιο βαθύ και αφορά τις αντιστάσεις της κοινωνίας, του συστήματος αλλά και των ΜΜΕ σε εποχές δύσκολες και επικίνδυνες, όταν μάλιστα μέσα από τις παρεμβάσεις του συγκεκριμένου προωθούνται θέσεις και ποινικά κολάσιμες αλλά και ψευδείς. Και παρότι είναι τέτοιες αποκτούν, δυστυχώς το 2017, μια βαρύτητα εξαιρετικά επικίνδυνη λόγω του σχήματος που κατέχει.

Κατ’ αρχάς: η χριστουγεννιάτικη εγκύκλιος «του Αρχιεπισκόπου» δεν γράφεται ποτέ από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο. Ούτε αυτόν ούτε κάποιον άλλον. Επιβάλλεται λοιπόν η Ιερά Σύνοδος να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα. Ποιος την έγραψε; Κάποιος σύμβουλός του ή ενδεχομένως ένας… άλλος ιεράρχης; Και υπάρχει λόγος που το λέω. Γνώριζε η Σύνοδος; Και ανεξαρτήτως τούτου, ποια είναι αλήθεια η θέση που έχει ως Σώμα και πώς τοποθετούνται τα μέλη της ξεχωριστά; Δεν θα έπρεπε;

Από εκεί και πέρα, διότι νομίζω πως η άποψή τους αφορά τη διάσωση κυρίως του ήθους των ιδίων περισσότερο, το βασικό που πρέπει να απασχολήσει όλους μας είναι η υπέρβαση των ορίων της Εκκλησίας.

Μιας εκκλησίας μάλιστα η οποία ελάχιστα ασχολείται με όσα θα έπρεπε και λόγω των οποίων απολαμβάνει το ειδικό καθεστώς που έχει σ’ αυτή τη χώρα. Χωρίς όμως να ανταποκρίνεται σε κάποιον πνευματικό ρόλο και χωρίς να ασχολείται, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, με αγαθοεργίες.

Και η οποία στην… καλύτερη περίπτωση είναι μια κανονική επιχείρηση που λειτουργεί και εις βάρος της επιχειρηματικότητας, εκμεταλλευόμενη τα προνόμια που διατηρεί, και στη χειρότερη συμπεριφέρεται ως κοινός νταβατζής ρατσιστών που μολύνουν επικίνδυνα την κοινωνία με τα ψεύδη, τη μισανθρωπία και τη μισαλλοδοξία τους.

Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί η Εκκλησία αυτή και για το οποίο, επιμένω, συνεχίζει να απολαμβάνει την προνομιακή της θέση. Και το πιο θλιβερό είναι πως για αυτή την κατάσταση το μερίδιο ευθύνης της Εκκλησίας είναι σαφώς μικρότερο από το αντίστοιχο εκείνων που θα έπρεπε να την ελέγχουν.

Όταν ο όποιος προκαθήμενος καλλιεργεί το μίσος εναντίον ανθρώπων –και εάν το κάνει με απίστευτα ψεύδη περί παχυλών επιδομάτων και οργανωμένων αποστολών «υπεναντίων», εχθρών δηλαδή, ακόμη χειρότερα– και όταν, μερικά εικοσιτετράωρα μετά, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρόεδρος της Βουλής, τα κοινοβουλευτικά κόμματα (πλην του ΑΚΕΛ και των Οικολόγων) και ο κατά τα άλλα λαλίστατος γενικός εισαγγελέας ο οποίος ελέγχεται διπλά και για το γεγονός ότι όχι μόνο ξέπλυνε παρόμοιες δηλώσεις του στο παρελθόν αλλά και τις δικαιολόγησε εμμέσως, συνεχίζουν να σιωπούν, τότε το θέμα δεν αφορά πια τον Αρχιεπίσκοπο. Πρωτίστως τουλάχιστον.

Αφορά την κοινωνία και τη βαθιά σήψη που εμφανίζουν οι θεσμοί της. Μια σήψη η οποία ξεκινά από την ανικανότητα μερικών από τους πιο πάνω να ανταποκριθούν στην αποστολή τους για διαφύλαξη του πολιτεύματος και του κύρους τού κράτους και καταλήγει στη θλιβερή αδιαφορία των υπολοίπων από αυτούς να ιεραρχήσουν την αποστολή τους αυτή ως σημαντικότερη των προσωπικών τους συμφερόντων και επιδιώξεων και της προσωπικής τους επιβίωσης στη δημόσια σφαίρα.

Και όλα αυτά, ναι, σήψη είναι. Αλλού ακούσια και αλλού εκούσια. Το ίδιο αφορά και ανεξάρτητους θεσμούς, όπως εκείνον της επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (!) η οποία, όσο απίστευτο και αν ακούγεται, απέφυγε να τοποθετηθεί. Σε άλλη μια μελανή στιγμή της ίδιας και της Πολιτείας μας.

Κυρίως όμως, αφορά όλους εμάς. Εμάς που ακόμα κι όταν διοικούμαστε από μέτριους –κι αυτό πάλι στην… καλύτερη των περιπτώσεων– ή από ανθρώπους οι προσωπικές ατζέντες των οποίων ζυγίζουν απροκάλυπτα περισσότερο από τις πολιτειακές τους υποχρεώσεις για τις οποίες και αυτοί απολαμβάνουν εξωφρενικά προνόμια σε καιρούς χαλεπούς, μαζί με (πραγματικά εδώ) παχυλές απολαβές, έχουμε υποχρέωση να αντιδράσουμε στον διασυρμό και την κατάργηση του κράτους και των θεσμών μέσα από την αδράνεια –λόγω ανικανότητας ή συμφερόντων– σε ολοφάνερα έκνομες και επικίνδυνες ρητορικές και συμπεριφορές από παράλληλα κέντρα εξουσίας τα οποία θεριεύουν πια μέσα από αυτή τη σκανδαλώδη ανοχή.

Η δημοκρατία, είχε πει κάποτε ο Τσόρτσιλ, είναι το χειρότερο πολίτευμα με εξαίρεση όλα τα άλλα. Για αυτό είναι που το ίδιο πολίτευμα σε άλλες χώρες λειτουργεί με τρόπο θαυμαστό και σε άλλες καταλήγει σε επίπεδα όπως αυτό στο οποίο κατρακυλά η δική μας δημοκρατία. Τελευταίως θεαματικά.

Δεν φταίει το ίδιο το σύστημα, ούτε καν η αυθαιρεσία και η αυθάδεια που παίρνουν τη θέση του. Φταίει εκείνος που θα έπρεπε να το ελέγχει. Και αυτός είναι ο λαός, η κοινωνία, ο καθένας από εμάς και –διπλά– ο καθένας ο οποίος επέλεξε να εργάζεται στη λεγόμενη τέταρτη εξουσία αλλά είναι εξίσου ευτυχής να είναι τραγικά ανεπαρκής, ασπόνδυλος και άβουλος.

Όταν όλοι εμείς οι πολίτες, και διπλά οι πολίτες δημοσιογράφοι, αδιαφορούμε και επιλέγουμε τον ρόλο του επιτήδειου ουδέτερου για να μην μπούμε σε μπελάδες, πιθανούς ή και κατά φαντασίαν, αυτό που εισπράττουμε δεν είναι η αποτυχία της δημοκρατίας.

Είναι αυτό που μας αξίζει. Και κοιτάζοντας το χάλι στο οποίο φτάσαμε, έχω τη γνώμη πως εμείς ειδικά, εδώ στην Κύπρο, υπάρξαμε φοβερά τυχεροί σε σχέση με το τι έχουμε εισπράξει μέχρι στιγμής.

Αλλά κάποτε η τύχη τελειώνει. Και πιστεύω, επίσης, πως η μέρα του τέλους της δεν απέχει πολύ.

Υστερόγραφο: Στη φωτογραφία παιδιά «υπεναντίων» (sic). Τυχερά στην ατυχία τους, ίσως να μην ζήσουν τη διπλή συμφορά που μας βρήκε εμάς όταν γίναμε πρόσφυγες. Αυτά, ίσως αξιωθούν να ζήσουν σε κανονικά κράτη...


Επιστροφή
στην αρχή