Δυνατό καμπανάκι Κομισιόν για το μισθολόγιο του κυπριακού δημοσίου

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν έχει εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του μισθολογικού κόστους προειδοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δείκτης χρέους προς ΑΕΠ πάνω του 60%

Η Κύπρος δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο δημοσιονομικής πίεσης, λόγω της ευνοϊκής δημοσιονομικής της θέσης, αλλά η μεταρρύθμιση της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, με αιχμή το μισθολόγιο, θα χρειαστεί αρκετά χρόνια.

Στην παραπάνω διαπίστωση προβαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρόσφατη έκθεσή της για την Κύπρο στο πλαίσιο της διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. "Δεν δίνονται λύσεις που να εξασφαλίζουν τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική βιωσιμότητα του μισθολογικού κόστους στον δημόσιο τομέα", τονίζεται στην έκθεση.

Η συγκράτηση των μισθών στον δημόσιο τομέα, προστίθεται, έχει αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για τη δημοσιονομική εξυγίανση στην Κύπρο.

"Με σκοπό την αύξηση της ευελιξίας στη διαχείριση του εργατικού δυναμικού, τον Μάιο του 2017 εγκρίθηκε νομοσχέδιο το οποίο διευκολύνει την κινητικότητα του προσωπικού μεταξύ των δημόσιων υπηρεσιών και των κρατικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η ισχύουσα συλλογική σύμβαση (η οποία καλύπτει και τις κρατικές επιχειρήσεις), η οποία περιορίζει την αύξηση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων στην ονομαστική οικονομική ανάπτυξη, λήγει το 2018", παρατηρούν οι υπηρεσίες της Επιτροπής.

Το χρέος

Σύμφωνα με την έκθεση το χρέος της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε σημαντικά το 2017, αλλά παραμένει υψηλό. Αφού αυξήθηκε κατακόρυφα την περίοδο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, κορυφώθηκε στο 107,5 % του ΑΕΠ το 2015, δηλαδή περίπου 62 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το κατώτατο σημείο που είχε φθάσει το 2008. Λόγω της ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, των δημοσιονομικών επιδόσεων και της πρώιμης εξόφλησης του χρέους τον Νοέμβριο του 2017, μειώθηκε κάτω από το 100% του ΑΕΠ το 2017. Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2017, θα υποχωρήσει κάτω από το 94% του ΑΕΠ το 2019 (περίπου 14 ε.μ. υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ), σημαντικών πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων σε συνδυασμό με έντονη ονομαστική αύξηση.

Ευπάθειες

Η ευνοϊκή δημοσιονομική θέση οφείλεται κυρίως στη βελτίωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης και του πρωτογενούς ισοζυγίου, το χαμηλό ύψος των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών και το σχετικά χαμηλό βραχυπρόθεσμο χρέος της γενικής κυβέρνησης. Αυτά αντισταθμίζουν με το παραπάνω το ακόμη σημαντικό δημόσιο χρέος. Ωστόσο, οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για τη μακροοικονομική πλευρά εξακολουθούν να είναι σημαντικοί. Σύμφωνα με την ανάλυση αρκετοί παράγοντες εξακολουθούν να αποτελούν πηγές ευπάθειας.

Σε αυτούς συγκαταλέγονται το αρνητικό καθαρό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και το υψηλό χρέος του ιδιωτικού τομέα, σημαντικό μέρος του οποίου είναι βραχυπρόθεσμο. Αυτό μετριάζεται εν μέρει χάρη, ιδίως, στην κλίση της καμπύλης απόδοσης των κρατικών ομολόγων και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος. Δεδομένου του αρχικά υψηλού δημόσιου χρέους της, η Κύπρος αντιμετωπίζει μέτριο κίνδυνο δημοσιονομικής βιωσιμότητας μεσοπρόθεσμα.

Η ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους δείχνει ότι, υπό κανονικές οικονομικές συνθήκες χωρίς αλλαγή φορολογικής πολιτικής (βασικό σενάριο), ο δείκτης του χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ θα μειωνόταν σε περίπου 68% έως το 2028, παραμένοντας όμως άνω του κρίσιμου ορίου του 60%.

Η προβλεπόμενη σημαντική μείωση κατά περίπου 26% την περίοδο 2020-2028 θα επιτευχθεί με μοχλό τα συνεχή πρωτογενή πλεονάσματα και (σε μικρότερο βαθμό) την αρνητική διαφορά επιτοκίων - ρυθμού ανάπτυξης. Σε προβολές του δημόσιου χρέους που λαμβάνουν υπόψη ενδεχόμενες αναταράξεις στην ονομαστική ανάπτυξη, τη δημοσιονομική πολιτική και τα επιτόκια σε εναλλακτικά σενάρια και δοκιμές ευαισθησίας, ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ δεν υπερβαίνει το κρίσιμο όριο του 90% και δεν αυξάνεται κατά την περίοδο που καλύπτουν οι προβολές.

Οι επενδυτές

Στην ίδια έκθεση τονίζεται ότι οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τη διάρθρωση του χρέους είναι χαμηλοί και η εμπιστοσύνη των επενδυτών έχει βελτιωθεί. Στα μέσα του 2017, η μέση ληκτότητα του συνολικού δημόσιου χρέους και των εμπορεύσιμων χρεογράφων ανερχόταν σε 7,6 και 4,8 έτη, αντίστοιχα.

Η τελευταία, σχετικά σύντομη, περίοδος ήταν εν μέρει απόρροια του γεγονότος ότι οι τελευταίες εκδόσεις ξένων ομολόγων στόχευαν ομόλογα 7ετούς, και όχι μακρύτερης, διάρκειας.

Μεγάλο μέρος του χρέους (79% το 2016) διακρατείται από πιστωτές μη εγκατεστημένους στην ημεδαπή. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος των δανείων προέρχεται από επίσημες πηγές, ιδίως στο πλαίσιο του προγράμματος μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής.

Μολονότι η πιστοληπτική αξιολόγηση του δημόσιου χρέους της Κύπρου παραμένει μία βαθμίδα κάτω από την κατηγορία "investment grade, γεγονός που αποκλείει τα ομόλογα της χώρας από αναχρηματοδότηση από την ΕΚΤ και από προγράμματα αγοράς περιουσιακών στοιχείων, η εμπιστοσύνη των επενδυτών έχει βελτιωθεί σημαντικά. Ειδικότερα, η απόκλιση (spread) των κρατικών ομολόγων (έναντι των γερμανικών ομολόγων) επί των εμπορεύσιμων χρεογράφων με τη μεγαλύτερη (8ετή) διάρκεια έχει μειωθεί σημαντικά: από 3,5% στα τέλη του 2016 σε 1,5% τον Ιανουάριο του 2018.

Το ακραίο σενάριο

Ενδεχόμενοι κίνδυνοι εξακολουθούν να υπάρχουν στον τραπεζικό τομέα, ιδίως βραχυπρόθεσμα, κυρίως λόγω του υψηλού ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι κίνδυνοι αυτοί είναι σημαντικότεροι βραχυπρόθεσμα, δεδομένου ότι εξακολουθούν να εφαρμόζονται δίχτυα ασφαλείας υπό τη μορφή αύξησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων, διασώσεων με ίδια μέσα και εθνικών και υπερεθνικών ταμείων εξυγίανσης.

Σύμφωνα με το συστημικό μοντέλο ζημιών προερχόμενων από τον τραπεζικό τομέα (Symbol) της Επιτροπής, η Κύπρος είναι το κράτος μέλος που θα ήταν περισσότερο εκτεθειμένο σε βραχυπρόθεσμους δημοσιονομικούς κινδύνους σε ένα σενάριο ακραίων καταστάσεων με επανάληψη της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Με βάση το σημερινό επίπεδο των ΜΕΔ και συντηρητικές παραδοχές περί ζημιών, μια ανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών της Κύπρου από δημόσιους πόρους στο 8% και το 10,5% των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού τους θα μπορούσε να αυξήσει βραχυπρόθεσμα το δημόσιο χρέος κατά 4,1% και 7,6% του ΑΕΠ, αντιστοίχως.

Ωστόσο, η έκθεση της χώρας στον τραπεζικό τομέα θεωρείται ότι θα μειωθεί σε ποσοστό κάτω του 1% του ΑΕΠ έως το 2028, καθώς τα δίχτυα ασφάλειας θα έχουν τεθεί πλήρως σε εφαρμογή και με την παραδοχή ότι οι επιπτώσεις των ΜΕΔ θα καταστούν αμελητέες μακροπρόθεσμα.

Κρατικές εγγυήσεις

Οι κρατικές εγγυήσεις έχουν μειωθεί, αλλά υπάρχουν κίνδυνοι που συνδέονται με τις κρατικές επιχειρήσεις (ΚΕ). Οι εγγυήσεις μειώθηκαν σημαντικά, σε περίπου 9% του ΑΕΠ, στα τέλη του 2016, έναντι 15,1% το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένουν ελαφρώς άνω του μέσου όρου της ΕΕ.

Μολονότι ο κίνδυνος κατάπτωσης των εγγυήσεων είναι περιορισμένος λόγω του χαμηλού (λιγότερο από το 0,6% του ΑΕΠ) ποσοστού δανείων με εγγυήσεις του Δημοσίου τα οποία αποτελούνται από ΜΕΔ, η έλλειψη πλήρων και δημόσιων πληροφοριών σχετικά με το άνοιγμα του Δημοσίου σε ΚΕ, ιδίως μέσω των μακροπρόθεσμων υποχρεώσεών τους που αφορούν τις συντάξεις, δυσχεραίνει την εκτίμηση των δημοσιονομικών κινδύνων της Κύπρου.


Επιστροφή
στην αρχή