Δικοινοτικό πλυντήριο εγκλημάτων: Καμιά πλευρά δεν ήθελε διώξεις

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Για να αποφύγει τις δικές της ευθύνες, η τ/κ πλευρά ισχυριζόταν τη δεκαετία του 1990 ότι ο εντοπισμός των δραστών θα προκαλέσει πράξεις αντεκδίκησης

«Η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους απέτυχε να υιοθετήσει αυστηρά διεθνή κριτήρια, τα οποία η εμπειρία έχει δείξει ότι είναι απαραίτητα για τη δραστική διερεύνηση ’εξαφανίσεων’ και δολοφονιών σε υποθέσεις, για τις οποίες υπάρχουν αποδείξεις ότι τα υπό αναφορά πρόσωπα είναι νεκρά. Λόγω δομικών ανεπαρκειών, περιορισμένων εξουσιών, απειρίας και του εμπιστευτικού χαρακτήρα των διαδικασιών της, η ΔΕΑ δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει ούτε τους περιορισμένους ανθρωπιστικούς στόχους της, ούτε τις διεθνείς υποχρεώσεις της σε σχέση με τη διερεύνηση αυτών των εγκλημάτων». Η διαπίστωση αυτή ανήκει στη Διεθνή Αμνηστία και χρονολογείται το 1996, όταν η ΔΕΑ υπολειτουργούσε, αδυνατώντας να παραγάγει έργο. 22 χρόνια μετά, και δώδεκα μετά την έναρξη των εκταφών και των ταυτοποιήσεων, η απόφανση της Διεθνούς Αμνηστίας εξακολουθεί να ισχύει, καθώς από 2.002 αγνοουμένους (Ε/Κ και Τ/Κ) έχουν ταυτοποιηθεί μόλις 889.

Το 1996 δεν είχε ακόμα διακριβωθεί η τύχη κανενός αγνοουμένου, με τις διαπιστώσεις της Διεθνούς Αμνηστίας να στρέφονται και κατά της ε/κ πλευράς για τα κριτήρια με τα οποία κατέγραψε ως αγνοούμενους άτομα των οποίων ο θάνατος επιβεβαιωνόταν από μαρτυρίες. Γι’ αυτό, η Διεθνής Αμνηστία υπέβαλε τον Αύγουστο του 1996 εισήγηση στον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ να αναλάβει δράση η διεθνής κοινότητα για τον εντοπισμό των αγνοουμένων και για την τιμωρία των εγκληματιών της Κύπρου.

Ξεχασμένη διακήρυξη

Η πρόταση της Διεθνούς Αμνηστίας υποβάλλεται τέσσερα χρόνια μετά τη διακήρυξη του ΟΗΕ για την Προστασία Προσώπων από Αναγκαστικές Εξαφανίσεις (1992) και έναν χρόνο μετά την έκδοση οδηγιών για τη διεξαγωγή ερευνών από τον ΟΗΕ όσον αφορά ισχυρισμούς περί διάπραξης σφαγών. Η πρόταση της Διεθνούς Αμνηστίας λαμβάνει υπόψη αυτές τις οδηγίες, σύμφωνα με τις οποίες λειτούργησε τελικά η ΔΕΑ μετά τη συμφωνία Κληρίδη - Ντενκτάς την 31η Ιουλίου 1997. Αυτό, όμως που δεν ίσχυσε στην Κύπρο, και το οποίο τονιζόταν στην πρόταση της Διεθνούς Αμνηστίας, είναι η τήρηση του άρθρου 16 της διακήρυξης για την Προστασία Προσώπων από Αναγκαστικές Εξαφανίσεις, σύμφωνα με το οποίο η έρευνα δεν ολοκληρώνεται με τη διακρίβωση της τύχης του αγνοούμενου προσώπου. Οι κατ’ ισχυρισμόν υπεύθυνοι, όποιο αξίωμα και αν έχουν, αναφέρεται στην πρόταση της Διεθνούς Αμνηστίας, πρέπει να παυθούν κατά τη διάρκεια των ερευνών και να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη.

Σύμφωνα με πληροφορίες του «Πολίτη», μετά τη συμφωνία Κληρίδη - Ντεντκάς το 1997 για την αναβάθμιση της ΔΕΑ, το μέλος της ΔΕΑ από την τ/κ κοινότητα, ο Rustem Tatar, υποστήριξε σε αλληλογραφία του με το τρίτο μέλος της ΔΕΑ ότι «ήταν η ε/κ πλευρά που επίσημα απέρριψε την εισήγηση της Διεθνούς Αμνηστίας στον γ.γ. του ΟΗΕ να συσταθεί μια ειδική ερευνητική επιτροπή με σκοπό τον εντοπισμό, τη σύλληψη, τη δίκη και την τιμωρία όσων βρεθούν ένοχοι για τις δολοφονίες των αγνοουμένων της Κύπρου». Η τ/κ πλευρά δεν είχε προλάβει να τοποθετηθεί επί της πρότασης της Διεθνούς Αμνηστίας. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός Tatar διατυπώθηκε προκειμένου να αντιμετωπιστούν ε/κ αιτήματα για εντοπισμό και δίωξη των υπευθύνων σχετικά με συγκεκριμένα εγκλήματα της τ/κ κοινότητας. Αποφεύγοντας την υποχρέωσή της, η τ/κ πλευρά ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο θα αναβίωνε τα εμφύλια πάθη και δεν ήταν υπέρ της υπόθεσης της ειρήνης στην Κύπρο.

Η «ομολογία» Ντενκτάς

Σχολιάζοντας τη δήλωση τού τότε ηγέτη των Τ/Κ Ραούφ Ντενκτάς, η οποία είχε προκαλέσει πολύ θόρυβο στην ε/κ κοινότητα, σύμφωνα με την οποία «όλοι οι Ε/Κ αγνοούμενοι είναι νεκροί», η Διεθνής Αμνηστία υποστηρίζει το 1996 ότι μετά από μια τέτοια δήλωση είναι υποχρέωση του ΟΗΕ να θεσπίσει μια επιτροπή διερεύνησης αυτών των θανάτων. Η ίδια επιτροπή, υποστήριξε η Διεθνής Αμνηστία, θα έπρεπε να διερευνήσει συγχρόνως «τις περιπτώσεις ’εξαφανίσεων’, απαγωγών και σκόπιμων και αυθαίρετων θανατώσεων». Η πρόταση, καθόσον εξυπακούετο αποδοχή της «υπόθεσης του θανάτου» των αγνοουμένων, δεν μπορούσε να γίνει δεκτή από τη δική μας πλευρά. Μέχρι σήμερα, όπως δηλώθηκε από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη στις 19 Ιουλίου 2018, η ε/κ πλευρά απορρίπτει την «υπόθεση του θανάτου», διεκδικώντας από την Τουρκία να τηρήσει την υποχρέωσή της για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων. Με την Τουρκία όμως, συνεπικουρούμενη από την τ/κ πλευρά, να μην συμβάλλει στον προσδιορισμό των τόπων ταφής των Ε/Κ αγνοουμένων, και με τα χρόνια να περνούν, οι δύο κοινότητες του νησιού έμειναν με άταφους τους νεκρούς τους και με ατιμώρητους τους εγκληματίες τους. Διατήρησαν, ωστόσο, αμφότερες σχετικό έλεγχο στις προσπάθειες της ΔΕΑ για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων.

Μετά την απόρριψη της πρότασης της Διεθνούς Αμνηστίας, Γλαύκος Κληρίδης και Ραούφ Ντενκτάς κατέληξαν στη συμφωνία της 31ης Ιουλίου 1997 για τη ΔΕΑ, η οποία σχεδόν μία δεκαετία μετά οδήγησε στην έναρξη των εκταφών για τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων. Το αποτέλεσμα εκείνης της επιλογής είναι σήμερα, σε σύνολο 2.002 αγνοουμένων Ε/Κ και Τ/Κ, να έχουν ταυτοποιηθεί μόλις 889, ενώ οι έρευνες που ξεκινούν οι αρχές μετά τις ταυτοποιήσεις για διακρίβωση των συνθηκών θανάτου των θυμάτων δεν έχουν οδηγήσει σε διώξεις, ακόμα και στις περιπτώσεις που η Αστυνομία εξασφαλίζει ομολογίες, όπως ισχύει στην περίπτωση των δολοφόνων των δύο Τ/Κ από τη Γαληνόπορνη το 1964.

Το ΕΔΑΔ ο πήχης για όλες τις πλευρές

Λίγους μήνες πριν η Διεθνής Αμνηστία να καταθέσει την πρότασή της στον ΟΗΕ για τη σύσταση διεθνούς επιτροπής, η οποία να έχει δικαστικές αρμοδιότητες ως προς τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, ο τότε Πρόεδρος Γλαύκος Κληρίδης στις 6 Μαρτίου 1996 ενημέρωσε τον γ.γ. του ΟΗΕ ότι από τον κατάλογο των Ε/Κ αγνοουμένων αφαιρέθηκαν 126 άτομα. Οι συγγενείς τους επρόκειτο να πληροφορηθούν τέσσερα χρόνια μετά (το 2000 με απόφαση του Υπουργικού) την αφαίρεση των οικείων τους από τον κατάλογο των αγνοουμένων. Το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία διατηρούσε τον κατάλογο αγνοουμένων χωρίς να τηρεί διεθνώς αποδεκτά κριτήρια, είναι ενδεικτικό της πολιτικοποίησης των νεκρών από πλευράς της ε/κ κοινότητας. Η στάση αυτή επικυρώθηκε εξάλλου δικαστικώς στις υποθέσεις Χριστοφή Πασιά και Χαράλαμπου Πάλμα, οι οποίοι ήταν γνωστό στις αρχές όχι μόνο ότι είχαν φονευθεί από τον τουρκικό στρατό, αλλά επιπλέον γνωστός στις αρχές ήταν και ο τόπος ταφής τους, στο κοιμητήριο Λακατάμιας.

Όταν το 1997 η τ/κ πλευρά κάνει δεκτές τις ε/κ εισηγήσεις για τη λειτουργία της ΔΕΑ και υπογράφεται η συμφωνία Κληρίδη - Ντενκτάς, ακόμα δεν είχαν εκδοθεί οι δύο σημαντικότερες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφορικά με τα εγκλήματα του κυπριακού παρελθόντος. Πρόκειται ασφαλώς για τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ στην Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή και στην υπόθεση Βαρνάβα. Στις δύο αυτές προσφυγές στο ΕΔΑΔ η Κύπρος κατηγόρησε την Τουρκία για την αποτυχία της να διενεργήσει επαρκή διερεύνηση της τύχης των Ε/Κ αγνοουμένων και να οδηγήσει ενώπιον δικαστηρίων τους ενόχους (Άρθρο 3 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης). Προφανώς, οι υποχρεώσεις της Τουρκίας έναντι της Κύπρου, όσον αφορά τους αγνοουμένους, ισχύουν και για την Κύπρο έναντι των Τ/Κ.

Επόμενο άρθρο:


Επιστροφή
στην αρχή