Δικαίωμα στο μίσος...Του Μιχάλη Θεοδώρου

ΑΠΟΨΗ /ΣHMEIΩΣΕΙΣ

Στις 6 Φεβρουαρίου 1945 κατόπιν καταδίκης του από γαλλικό δικαστήριο,εκτελέστηκε ως συνεργάτης των ναζί ο δημοσιογράφος -συγγραφέας Robert Brasillach

Στις 6 Φεβρουαρίου 1945 κατόπιν καταδίκης του από γαλλικό δικαστήριο, εκτελέστηκε ως συνεργάτης των ναζί ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Robert Brasillach. Πρόκειται για μία από τις πιο αμφιλεγόμενες δικαστικές αποφάσεις στην παγκόσμια ιστορία, καθώς η καταδίκη σε θάνατο αφορούσε έναν άνθρωπο που δεν άσκησε ποτέ καμία μορφή βίας, ούτε συμμετείχε ο ίδιος σε πράξεις βίας. Η χρήση του ονόματός του από νεοναζιστικές ομάδες ως ένδειξη της μη ανοχής του αστικού κράτους απέναντι στις ναζιστικές ιδέες συσκοτίζει περαιτέρω τη συζήτηση γύρω από τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης. Ευτυχώς πριν 18 χρόνια, μια Αμερικανίδα ακαδημαϊκός, κόρη ενός εκ των δικαστών στη δίκη της Νυρεμβέργης, η Ανν Κάπλαν εξέδωσε το βιβλίο της «Ο Συνεργάτης: Η Δίκη και η Εκτέλεση του Robert Brasillach», όπου η εξέλιξη της δίκης του ναζιστή δημοσιογράφου αποκαλύπτεται. Το Σεπτέμβριο του 1942, λίγο μετά που οι δομές για την Τελική Λύση (την εξόντωση δηλαδή των εβραϊκών πληθυσμών στις ευρωπαϊκές χώρες) είχαν τεθεί, ο Robert Brasillach σχολίαζε μια πρόσφατη βίαιη μεταγωγή Εβραίων από το Παρίσι ως εξής: «Πρέπει να χωρίσουμε τους Εβραίους από τον κόσμο (μας) και να μην κρατήσουμε ούτε τα μικρά (τους)». Εκείνη τη χρονιά, 4.000 παιδιά μεταφέρθηκαν βίαια από τη Γαλλία στο Άουσβιτς, όπου και βρήκαν τον θάνατο. Και ο Brasillach, σύμφωνα με το κατηγορητήριο που αντιμετώπισε, δεν σταμάτησε με τον δημοσιογραφικό λόγο του να επικροτεί τις συλλήψεις και να ζητά περισσότερες για όσους συνιστούσαν τον εσωτερικό εχθρό της Γαλλίας όπως ο ίδιος την οραματιζόταν. Στην απολογία του, όπως οι περισσότεροι ναζί, ο Brasilach αρκέστηκε να πει ότι δεν γνώριζε ότι οι Εβραίοι οδηγούνταν στον θάνατο. Η περίπτωση του Brasillach δείχνει πως η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτη, ειδικά όταν διευκολύνει πράξεις βίας, και ακόμα χειρότερα δολοφονίες.


56 χρόνια μετά την εκτέλεση του Brasillach, στη Λευκωσία το 2011 η Κυπριακή Δημοκρατία ενέταξε στον ποινικό κώδικά της το αδίκημα της εκδήλωσης ρατσισμού και ξενοφοβίας. Ήταν ο τρόπος που επέλεξε το δικό μας κράτος να αντιμετωπίσει ακραίες μορφές λόγου που προσβάλλουν την ανθρώπινη υπόσταση και διευκολύνουν πράξεις βίας. Μέχρι σήμερα ο γενικός εισαγγελέας δεν άσκησε δίωξη εναντίον κανενός που ενδεχομένως διέπραξε το αδίκημα. Δεν δίωξε τον Αρχιεπίσκοπο το 2017 όταν ταύτισε τον μουσουλμανικό κόσμο με την τουρκική κατοχή. Δεν το πράττει ούτε σήμερα με την περίπτωση της δασκάλας από την Αθηένου, η οποία κήρυξε ως «εσωτερικούς εχθρούς», ξένους «αλλόθρησκους», Ε/Κ επαναπροσεγγιστές και ομοφυλόφιλους. «Εσωτερικούς εχθρούς», δηλαδή προδότες, δηλαδή ανάξιους πολιτότητας, δηλαδή ανάξιους να μοιράζονται την ίδια πατρίδα μαζί της. Για το δικαίωμά της να διασπείρει μίσος ανάμεσα στον κοινωνικό ιστό, διευκολύνοντας τη διάπραξη εγκλημάτων ρατσιστικού περιεχομένου, η δασκάλα από την Αθηένου βρήκε και πολιτική στήριξη από τον Μιχάλη Σοφοκλέους του κυβερνώντος ΔΗΣΥ. Η απόσταση που έχουμε να διανύσουμε για να αντλήσουμε το γαλλικό μάθημα είναι πολύ μεγάλη και δεν φαίνεται να προλαβαίνει τη μετατροπή του πανηγυρικού της δασκάλας σε πράξεις.


Επιστροφή
στην αρχή