Χρηματοδότηση της διαπλοκής με δημόσιο χρήμα;

ΑΠΟΨΗ /NON SERVIAM

Κοντά στα 10 εκατομμύρια πάνε σήμερα στα κόμματα ως χορηγία για κάλυψη της ετήσιας αντιμισθίας των κοινοβουλευτικών συνεργατών..

Μετά την επιστροφή της χώρας στην «κανονικότητα», την αποκατάσταση μισθών και επιδομάτων στο Δημόσιο, τις μαζικές προσλήψεις και επαναφορά κάθε προ 2013 υπερβολής, είπαμε να κάνουμε και το βήμα παραπάνω: Να αυξήσουμε το ύψος της κρατικής χορηγίας προς τα κόμματα. Δύο φορές τέθηκε το θέμα από πολιτικούς το τελευταίο διάστημα, ώστε να μειωθεί- όπως εξήγησαν- η εξάρτηση από ιδιωτικές εισφορές, ενώ και φίλοι χαρακτήρισαν μια τέτοια κίνηση ως ένα πρώτο βήμα για την ορθότερη λειτουργία της Δημοκρατίας. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, η χρεοκοπία του συστήματος, οι αποκαλύψεις για εισφορές που δημιουργούν έντονες υποψίες για συναλλαγή και θέτουν υπό αμφισβήτηση το καθεστώς λειτουργίας τους, η απροθυμία των κομμάτων να λειτουργήσουν με διαφάνεια, αντί θέσουν επί τάπητος το γενικότερο θέμα κομματικής χρηματοδότησης και ελέγχου, ανέδειξαν την ανάγκη για αύξηση της κρατικής χορηγίας ως απάντηση στο φαινόμενο της διαπλοκής.

 

Είναι γεγονός πως έχουν δοθεί κατά καιρούς διάφορα επιχειρήματα υπέρ μιας τέτοιας κίνησης. Έχει λεχθεί πως η επαρκής κρατική χρηματοδότηση συμβάλλει στη βελτίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος, δίνοντας στο πολιτικό σύστημα την ευχέρεια να εκπροσωπεί τους πολίτες αδέσμευτο, μακριά από ύποπτες συναλλαγές. Ότι καθιστά λιγότερο ευάλωτη την πολιτική στη διαφθορά. Πως αν δεν έρθει το κράτος να καλύψει τις κομματικές ανάγκες, αυτές θα καλυφθούν από «ιδιωτικούς πόρους» οδηγώντας σε ιδιωτικοποίηση της πολιτικής. Όλα αυτά τα επιχειρήματα έχουν ως κοινό παρονομαστή τη δεδομένη αντίληψη ότι τα πολιτικά κόμματα είναι κύτταρα της Δημοκρατίας και άρα η χρηματοδότησή τους αποτελεί προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της. Σε ποιο βαθμό, όμως, η συμπεριφορά των κομμάτων δικαιολογεί μια τέτοια ρητορική; Μήπως η κρατική χορηγία απέτρεψε, όλο αυτό το διάστημα, τους διάφορους κομματικούς σχηματισμούς ή τους εκπροσώπους τους να έχουν αθέμιτη σχέση με ιδιωτικά συμφέροντα; Διασφάλισε από μέρους των κομμάτων μια υπεύθυνη-επωφελή για τη χώρα στάση; Εμπέδωσε την αξιοκρατία; Συνέβαλε στην πολιτική ηθική;


Αξιοποιώντας τη σχέση τους με το κράτος, τα κόμματα απομυζούν τα χρήματα των φορολογουμένων για να  προσφέρουν, υποτίθεται, δημόσια αγαθά. Κοντά στα 10 εκατομμύρια πάνε σήμερα στα κόμματα ως χορηγία για κάλυψη της ετήσιας αντιμισθίας των κοινοβουλευτικών συνεργατών που προσλαμβάνονται με συνοπτικές διαδικασίες, σε κομματικές νεολαίες και γυναικείες οργανώσεις. Τι έχουν δώσει ως αντάλλαγμα;  Ένα πελατειακό και αναχρονιστικό σύστημα, με κόμματα που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, συναγωνίστηκαν το ένα το άλλο σε ανευθυνότητα, τα οποία με αμφιλεγόμενες ενέργειες κόστισαν στη χώρα δισεκατομμύρια, που περιφρονούν τη δημοκρατία και συνειδητά παραβιάζουν τους νόμους της. Με τι αποτέλεσμα; Μια διεφθαρμένη δημοκρατία, μια αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση και μια χρεοκοπημένη οικονομία.
Ακόμα, λοιπόν, κι αν κάποιος δεχθεί ότι η στήριξη των κομμάτων αποτελεί απαράβατο όρο για τη λειτουργία της δημοκρατίας, δεν θα πρέπει να τεθούν κάποιες προϋποθέσεις για συνέχιση της; Δεν θα πρέπει, προτού προχωρήσουμε σε αύξησή της, να διασφαλίσουμε πως κάτι τέτοιο θα εξυπηρετήσει τον σκοπό για τον οποίο υποτίθεται θα πρέπει να δοθεί;

 

Το θέμα των ιδιωτικών προσβάσεων στην πολιτική δεν λύνεται με αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης. Η διαφθορά δεν είναι συνέπεια του ύψους της κρατικής χορηγίας, αλλά του κόστους λειτουργίας των κομμάτων, της έλλειψης ηθικής, καθώς και της παντελούς απουσίας ελέγχου. Οι πολιτικοί εκλέγονται (και τα κόμματα συντηρούνται) με επιχειρηματικό χρήμα, και οι επιχειρηματίες στη συνέχεια λαμβάνουν αυτό το χρήμα πίσω στο πολλαπλάσιο μέσω πολιτικών αποφάσεων. Τα κέρδη από αυτή τη σχέση είναι τόσα που καθιστούν τον τερματισμό τέτοιων πρακτικών ασύμφορο. Όλα αυτά τα χρόνια η κρατική χορηγία δεν εμπόδισε τα κόμματα να είναι διεφθαρμένα. Δεν θα τα εμποδίσει ούτε και τώρα ενδεχόμενη αύξησή της. Αν κάτι δείχνει, άλλωστε, η Ιστορία είναι πως όσο περισσότερο χρήμα μπαίνει στα κομματικά ταμεία, τόσο μεγαλώνει και η διαφθορά.

 

Είναι σαφές ότι το κομματικό σύστημα θα πρέπει να μειώσει το κόστος λειτουργίας του και να εξαναγκαστεί να λειτουργήσει ηθικά. Αυτό σημαίνει εξορθολογισμό των κομματικών μηχανισμών, ριζική μείωση της εξάρτησης από το χρήμα, προσλήψεις απολύτως απαραίτητες για τη θεσμική λειτουργία τους και όχι για βόλεμα οπαδών. Σημαίνει διαφάνεια και πιο αυστηρό έλεγχο στη χρηματοδότησή του, η οποία, όπως γίνεται σήμερα, περισσότερο μοιάζει με χρηματισμό. Εάν λοιπόν τα κόμματα εννοούν αυτά που λένε, το πρώτο που έχουν να κάνουν είναι να αποδεχθούν διαφανείς κανόνες για το πώς συναλλάσσονται. Ψηφίζοντας παράλληλα ένα ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο ελέγχου και ποινές αποτρεπτικές που θα κτυπούν το μαύρο χρήμα. Ώστε να διασφαλιστεί πως αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης θα οδηγήσει και σε μείωση της εξάρτησης από ιδιωτικά συμφέροντα. Και ότι θα είναι εκεί για να εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Τότε και μόνο η οποιαδήποτε συζήτηση για το καθεστώς χρηματοδότης των κομμάτων θα έχει νόημα. Σε διαφορετική περίπτωση απλά τα δημόσια ταμεία θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την κομματική- επιχειρηματική διαπλοκή. Ενώ αύξησή της, το μόνο που θα επιτύχει θα είναι να διασφαλίσει ότι θα μπορούν οι κομματικοί μηχανισμοί πιο αποτελεσματικά να διαπλέκονται, με στόχο τη διασφάλιση των δικών τους συμφερόντων, που σχεδόν πάντα θα είναι αντίθετα από αυτά του συνόλου.

Είναι εκπληκτικό το πόσο εύκολα έχει η κοινωνία υιοθετήσει αυτήν τη ρητορική αυτοδικαίωσης των κομμάτων για τη σχέση τους με τη δημοκρατία. Λέγε-λέγε το πίστεψε ότι αν τα κόμματα- αυτά τα κόμματα- πέσουν έξω, θα τεθεί σε κίνδυνο η χώρα. Η χώρα όμως καθημερινά τίθεται σε κίνδυνο ακριβώς λόγω της δικής τους παρουσίας. Δεν χρειάζεται να γίνεται και με την (αυξημένη) χρηματική μας συμβολή.

antopoly@cytanet.com.cy

 

 

 


Επιστροφή
στην αρχή