Χαίρω πολύ ξάδελφε… (Της Μαριλένας Ευαγγέλου)

ΑΠΟΨΗ /ΝΗΦΑΛΙΑ

Μια συνάντηση που άργησε 43 χρόνια και η συνειδητοποίηση της τραγικότητας μιας κατάστασης που βιώνουν οικογένειες που σκορπίστηκαν μετά τον πόλεμο.

Όλα ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2017 με ένα e-mail από κάποιον ο οποίος είχε το ίδιο επίθετο μαζί μου.  Μου έγραφε ότι ήταν εξάδελφος μου και ότι είναι πολύ πιθανόν να μην τον θυμάμαι. Μένει στο Λονδίνο. Είχε βρει τη διεύθυνση μου από την εφημερίδα και έστελνε χαιρετισμούς στους γονείς μου.

Ο Πανίκος, πέρασε από τις γραμμές αυτής της στήλης και τότε, περιγράφοντας πώς δεν είχα ιδέα για την ύπαρξή του. Ή μάλλον τον είχα γνωρίσει κάπου στην πολύ παιδική μου ηλικία. Μέχρι όμως να μεγαλώσω και να αρχίσω να αντιλαμβάνομαι το τι συμβαίνει γύρω μου, αυτός είχε ήδη μετοικήσει στην Αγγλία. Είναι ένας από τους πολλούς συγγενείς από την πολυμελή οικογένεια του πατέρα μου στην επαρχία Κερύνειας, η οποία αριθμεί εννιά αδέλφια, δεκάδες ξαδέλφια και αδιευκρίνιστο αριθμό παιδιών τους, που οι συνθήκες μετά τον πόλεμο και την προσφυγιά τους έσπρωξαν μακριά. Τόσο μακριά, ώστε να μην υπάρχει καθόλου επαφή, ιδιαίτερα τους καιρούς κατά τους οποίους η επικοινωνία δεν ήταν τόσο εύκολη όσο είναι σήμερα.

Για περισσότερο από ένα χρόνο, με τον Πανίκο κρατούσαμε αραιά και πού επικοινωνία μέσω e-mail και πριν δέκα μέρες με πήρε τηλέφωνο. «Είμαι στην Κύπρο με την οικογένεια. Μένω στην Πάφο και θέλω πολύ να σε δω».

Διαβάστε επίσης: Ο άγνωστος συγγενής...

Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήρα κι εγώ την οικογένειά μου και πήγα να τον βρω στο ξενοδοχείο του στην Πάφο. Σε όλη τη διαδρομή, μία ήταν η ανησυχία μου. Πώς θα τον αναγνωρίσω; Πρώτος μου ξάδελφος. Γιος του αδελφού του πατέρα μου, αλλά δεν είχα ιδέα πώς έμοιαζε. Κι όσο κοινή ήταν και για τους δυο μας αυτή η ανησυχία, δεν τολμήσαμε να διευκολύνουμε αυτή την πρώτη – πρώτη στιγμή της συνάντησής μας. Προφανώς γιατί και οι δύο δεν θέλαμε να συνειδητοποιήσουμε την τραγικότητα αυτής της κατάστασης.

Η τύχη βοήθησε σε αυτό. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο, τον πήρα τηλέφωνο να μου πει σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν. Τον είδα από μακριά να σηκώνει το κινητό, ακριβώς την ώρα που και στο δικό μου κινητό ο συνομιλητής απαντούσε στο τηλεφώνημα. Δεν με είχε δει. Του είπα «γύρισε αριστερά», και σήκωσα το χέρι για να με αναγνωρίσει.

Καθίσαμε ο ένας δίπλα από τον άλλο, εμφανώς κατ’ επιλογή και των δύο, λες και δυο ώρες στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, μπορούσαν να αναπληρώσουν 43 χρόνια απουσίας επαφής. Και τελικά οι δύο ώρες έγιναν τέσσερις και θα μπορούσαν να ήταν ακόμη περισσότερες αν δεν τοποθετούνταν οι καρέκλες στα διπλανά τραπέζια από τα γκαρσόνια σε σημείο που δείκνυαν ότι το εστιατόριο κλείνει.

 Πόσο μικρή είναι η Κύπρος; Μόνο η Κύπρος; Ο κόσμος ολόκληρος! Ώρες μετά την πρώτη συνάντηση, συνειδητοποιήσαμε ότι ο άντρας μου και ο Πανίκος, έμεναν στον ίδιο προσφυγικό οικισμό τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο! Πριν ο άντρας μου καταλήξει στη Λευκωσία και ο Πανίκος στο Λονδίνο, ο ένας προερχόμενος από τη Μόρφου, και ο άλλος από τη Χάρτζια της Κερύνειας, είχαν βρει προσωρινή διαμονή στον Κάψαλο της Λεμεσού. Πήγαιναν στην ίδια τάξη στο δημοτικό και έπαιζαν ποδόσφαιρο στην ίδια αλάνα.

  • «Μα είσαι ο Πανίκος ο μαυρής; Πού να σε καταλάβω μετά από τόσα χρόνια;».
  • «Παντρεύτηκες την ξαδέλφη μου ρε; Για όνομα του Θεού, πόση σύμπτωση!».

Αυτή την τελευταία παράγραφο την αντιγράφω επακριβώς από το κείμενο το οποίο έγραψα τον Ιανουάριο του 2017 για τον «Άγνωστο Συγγενή» μου γιατί εξακολουθεί και μετά τη γνωριμία μου μαζί του να με εκφράζει απόλυτα:

«Το κείμενο αυτό το αφιερώνω με αγάπη σε όσους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους πιστεύουν ότι οι άνθρωποι που ήταν μικροί ή αγέννητοι το 1974 δεν έχουν αρκετά ισχυρό δεσμό με τον τόπο τους για να διεκδικήσουν οτιδήποτε ανήκε στους γονείς τους. Ναι… δεν έχουν. Ξέρετε γιατί; Ξέρετε. Και ξέρω! Ποτέ δεν είχα καλή σχέση με χρήματα.  Σχεδόν τα μισώ. Είμαι άτσαλη και δεν κουμαντάρω, όπως συχνά μου λέει η μάνα μου.  Δεν διεκδίκησα ποτέ οικονομικά οφέλη και ούτε με ενδιαφέρει. Ξέρετε, πολλά πράγματα (τα περισσότερα για μένα), δεν έχουν να κάνουν με χρήματα και περιουσίες. Πολλά πράγματα, (τα περισσότερα για μένα) έχουν να κάνουν με συναισθήματα». 


Επιστροφή
στην αρχή