BREXIT, Trump, Le Pen και η αποπαγκοσμιοποίηση της «ελεύθερης αγοράς»

ΑΠΟΨΗ /ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Περαιτέρω, η νεοφιλελεύθερη άποψη προσδίδει κυρίαρχη θέση στην αγορά για τη δυνατότητά της να αυξάνει την ατομική ωφέλεια για όλους.

Η αξιωματική θεμελίωση της νεοφιλελεύθερης οικονομικής άποψης εστιάζεται στον μεθοδολογικό ατομισμό και κατ΄ επέκταση στη λεγόμενη εθελούσια φύση της οικονομικής δράσης.  Η θεώρηση αυτή συγκρούεται με την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, οι οποίες ουσιαστικά καταργούν τον εθελούσιο χαρακτήρα της οικονομικής δραστηριότητας.

Η νεοφιλελεύθερη θεωρία δεν λαμβάνει υπόψη ότι οι αγορές εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στη δυναμική της συσσώρευσης κατά κύριο λόγο, παρά στην ενασχόλησή τους με τα στατικά προβλήματα τής δήθεν αποτελεσματικής κατανομής των πόρων. Περαιτέρω, η νεοφιλελεύθερη άποψη προσδίδει κυρίαρχη θέση στην αγορά για τη δυνατότητά της να αυξάνει την ατομική ωφέλεια για όλους.

Ο ρόλος του κράτους είναι για να εξασφαλίζει τη θεσμική προστασία της ατομικής περιουσίας και ιδιοκτησίας, καθώς επίσης και να μειώνει το κόστος λειτουργίας της οικονομίας. Τίποτε πέραν αυτού.

Αν κάποιος όμως επιθυμεί να έχει μία ολοκληρωμένη αντίληψη της αγοράς στον καπιταλισμό, αυτή προϋποθέτει ανάλυση των ταξικών σχέσεων κεφαλαίου-εργασίας-κράτους. Η ανάλυση του Antonio Gramsci του όρου «ηγεμονία» στις δυτικές κοινωνίες μας διαφωτίζει ότι το κυρίαρχο σύστημα αξιών στην κοινωνία αντικατοπτρίζει τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Με άλλα λόγια, ό,τι είναι καλό για την αγορά – η οποία είναι διανεμητικός μηχανισμός προνομίων και κόστους – είναι καλό για τα συλλογικά συμφέροντα της κοινωνίας.

Η θεμελίωση της αγοράς, είτε πριν είτε στην παρούσα συγκυρία, κατοχυρώνεται μέσα από την εκμετάλλευση ως η βασική της διαδικασία, και στηριζόμενη στη συσσώρευση κεφαλαίων επικουρούμενης με πολιτική κυριαρχία - ηγεμονία.

Ο μεθοδολογικός ατομισμός που έχει ως βασική μονάδα ανάλυσης το άτομο, ερμηνεύει τα κοινωνικά φαινόμενα (αγορά) με αποκλειστική συνάρτηση των ατόμων, των πιστεύω τους και των δράσεών τους. Περαιτέρω, ο οικονομισμός της αγοράς ερμηνεύει όλες τις κοινωνικές συμπεριφορές σε σχέση με αυτό το κριτήριο. Αυτή η ερμηνεία περιθωριοποιεί τον ταξικό-συγκρουσιακό χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ακυρώνει επίσης την οργανική διασύνδεση μεταξύ της πολιτικής και της οικονομίας.

Αμφισβητεί επίσης την ερμηνεία του κεφαλαίου ως κοινωνική σχέση και κοινωνικοϊστορικό προϊόν και το αναλύει ως τεχνική υποδομή. Το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση εκφράζει την ιεραρχία της ταξικής δομής, και η οποία αποτυπώνεται στο κράτος ως συμπύκνωση των ταξικών σχέσεων (Πουλαντζάς, 1973, 1975, 1978). Η συνεχιζόμενη ληστρική κρίση της περιοδοποίησης του κεφαλαίου (globalism) δικαιώνει τον αείμνηστο Νίκο Πουλαντζά όταν αναφέρθηκε στη σχετική πολιτική αυτονομία του κράτους στον καπιταλισμό ως βασική προϋπόθεση για την πολιτική οργάνωση των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων του κεφαλαίου. Με άλλα λόγια, το κράτος, κατά τον Πουλαντζά, λειτουργεί ως ένας συλλογικός κεφαλαιοκράτης για να οργανώνει και να αρθρώνει τα συμφέροντα του καπιταλιστικού συστήματος και όχι κατ΄ανάγκην των διάφορων κατηγοριών του. Προϋποθέτει όμως τη σχετική πολιτική του αυτονομία απέναντι στο κεφαλαίο. Εδώ εντοπίζεται και η εν δυνάμει προοπτική της κοινωνίας, η οποία δυσκολεύει το λεγόμενο «Πρότζεκτ της Παγκοσμοιοποίησης», το οποίο παράγει έναν άνευ προηγούμενου πλούτο για τους λίγους και ασταμάτητη φτώχεια για τους πολλούς, ενώ αποδομεί και τη μεσαία τάξη.

Το ιδεολόγημα της δήθεν παγκοσμιοποιημένης αγοράς (διάβαζε παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου) ακόμη μία φορά ανέδειξε ότι η καπιταλιστική απληστία και ασυδοσία τους οδηγεί ακόμη και στην πλήρη απαξίωση της Κεϋνσιανής οικονομικής θεώρησης που αναδεικνύει ως ιστορική αναγκαιότητα για την επιβίωση του καπιταλισμού τον κρατικό παρεμβατισμό και τον πολιτικό έλεγχο της αγοράς. Η CETA και η ΤΤΙP εκφράζουν μια νέα παγκόσμια δομή συσσώρευσης πλούτου της νεοφιλελεύθερης ολιγαρχίας όπως και η ΤΤΡ, την οποία ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε οτι δεν θα στηρίξει.Δέν είναι εξαλλου τυχαία η εκλογή του, όπως δΕν είναι τυχαίο το ΒREXIT και η  πολλά υποσχόμενη πολιτικά ενίσχυση της Μαρίν Λε Πεν στη Γαλλία. Όλες αυτές οι  εξελίξεις αντανακλούν την κοινωνική αναγκαιότητα επαναφοράς τού έθνους – κράτους στην κεντρική πολιτική σκηνή ως φορέα Άρθρωσης συλλογικών συμφερόντων, καθώς επίσης και στην άσκηση πολιτικού ελέγχου στους ρυθμούς της «παγκοσμιοποίησης». Όλες οι αναφορές πέρι δήθεν κινδύνων του λαΪκισμού  και επαναφοράς του προστατευτισμού εμπίμπτουν μεσα στη σφαίρα της ανοησίας, όπου συνυπάρχει αρμονικά ο εγωισμός των πλουτοκρατών με τον αφελή νεωτεριστικό αριστερισισμό. Εισερχόμαστε ηδη στην εποχη της αποπαγκοσμοιοποιησης (Deglobalization), ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο διεθνοποιημένος πολυμερισμός της οικονομίας.

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον οι κοινωνίες, ιδιαίτερα στον αναπτυγμένο κόσμο, είναι σε θέση να ενισχύσουν τα συλλογικά τους συμφέροντα, ενισχύοντας την επιρροή τους στο κράτος και κατ' επέκτασην ενισχύοντας τον ρυθμιστικό του ρόλο επί της αγοράς, ή αν πεισματικά θα αρνούνται την ιστορική επιβεβαίωση του Καρόλου Μαρξ (ανεξάρτητα αν ένας είναι μαρξιστής ή όχι) ότι «το κράτος δεν είναι τίποτε άλλο από την εκτελεστική επιτροπή της Μπουρζουαζίας (κεφαλαίου)», υποκύπτοντας για ακόμη μία φορά στην πολιτισμική ηγεμονία του κεφαλαίου, ως αυτή αναδεικνύεται από την ξαφνική διάθεση τρισεκατομμυρίων δολλαρίων και ευρώ από τα κράτη προς διάσωση του τραπεζικού κεφαλαίου, ενώ για θέματα κοινωνικής πολιτικής και πολιτικών αναδιανομής με μικρά κλασματικά ποσά, επικαλούνται τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη σκληρή λιτότητα για έλεγχο των ελλειμμάτων και την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Η ιστορική συγκυρία, με τα επιστημονικά και τεχνολογικά της επιτεύγματα και τον πλούτο που έχει παράξει, επιβάλλει λιγότερες ώρες απασχόλησης με καλύτερες απολαβές. Ήδη το μοντέλο αυτό άρχισε να εφαρμόζεται στη Σουηδία με μεγάλη επιτυχία. Ας μην μας διαφεύγει το ιστορικό γεγονός οτι ο μεγαλύτερος αντίπαλος του καπιταλισμού είναι ο, τόσο πολύτιμος για τον ανθρωπο, ελεύθερος χρόνος.

 

*PhD Πολιτική Κοινωνιολογία


Επιστροφή
στην αρχή