«Ασυμβίβαστοι» μ' ένα κανονικό κράτος

ΑΠΟΨΗ /NON SERVIAM

Η πλειοψηφία των βουλευτών που συμμετείχαν στη συζήτηση των Μη εξυπηρετούμενων δανείων ήταν εκεί εκπροσωπώντας συμφέροντα.

Με αφορμή διάφορα περιστατικά που έφερναν κυβερνητικούς αξιωματούχους με την αφυπηρέτησή τους να εντάσσονται αμέσως σε εταιρείες με τις οποίες προηγουμένως ως λειτουργοί της κυβέρνησης είχαν πάρε-δώσε, δημιουργώντας ξεκάθαρες υπόνοιες για συναλλαγή, οι βουλευτές προχώρησαν πρόσφατα σε αλλαγές στη νομοθεσία ώστε τέτοια παράθυρα που αμφισβητούν το «ασυμβίβαστο» να κλείσουν. Και πάλι όμως επέλεξαν να αφήσουν ορθάνοιχτα παράθυρα για τους ίδιους ώστε να συνεχίσουν να συναλλάσσονται και να διαπλέκονται. Κάτι που επιβεβαιώθηκε για μια ακόμα φορά με τη συζήτηση και απόφαση για τον Συνεργατισμό και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ), που έδειξε πόσο ανεξέλεγκτο παραμένει -ακόμα και σήμερα- το πολιτικό δυναμικό, πόσο ανεξέλεγκτα συνεχίζει να λειτουργεί. Και πως το ασυμβίβαστο τους πρώτους που αφορά είναι αυτούς που ψηφίζουν τις νομοθεσίες και καθορίζουν τα όριά του.

Η πλειοψηφία των βουλευτών που συμμετείχαν στη συζήτηση των ΜΕΔ ήταν εκεί εκπροσωπώντας συμφέροντα. Όχι μόνο ως δανειολήπτες ΜΕΔ, ως συγγενείς δανειοληπτών με ΜΕΔ (που οι ίδιοι μεσολάβησαν για να πάρουν), εκπροσωπώντας τα συμφέροντα επιχειρηματιών που προεκλογικά είχαν χρηματοδοτήσει την εκστρατεία τους. Αλλά και ως σύμβουλοι πολιτών με μεγάλα ΜΕΔ, δικηγόροι ισχυρών γραφείων με ΜΕΔ ή των ίδιων των τραπεζών. Κι όμως ούτε αυτή η διαπίστωση ήταν αρκετή για να ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση για το (απόλυτο) ασυμβίβαστο ή τουλάχιστον για το πώς λειτουργεί η Βουλή και στο πλαίσιο ποιων ασφαλιστικών δικλίδων οι βουλευτές λαμβάνουν αποφάσεις.

Το κύριο επιχείρημα που διαχρονικά προβάλλεται για τη μη υιοθέτηση του απόλυτου ασυμβίβαστου είναι ότι θα οδηγήσει σε περαιτέρω πτώση της ποιότητας της πολιτικής ζωής, αφού δημιουργεί αντικίνητρα για εμπλοκή στην πολιτική των ικανών, αφήνοντας τη διαχείριση της χώρας στα χέρια των μέτριων. Το συγκεκριμένο επιχείρημα, πέραν του ότι αμφισβητείται από το ίδιο το επίπεδο της πολιτικής μας, είναι απολύτως σοφιστικό. Προφανώς και το απόλυτο ασυμβίβαστο θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για ικανούς (και πετυχημένους) επαγγελματίες να μπουν στην πολιτική. Θα λειτουργήσει όμως αποτρεπτικά κυρίως για όσους η καριέρα είναι σημαντικότερη από την ενασχόλησή τους με την πολιτική. Αυτούς θέλουμε να μας εκπροσωπούν; Που αντιλαμβάνονται την πολιτική ως κάτι συμπληρωματικό ή ως όχημα για την επαγγελματική τους επιτυχία; Προτάσσεται επίσης το επιχείρημα πως το απόλυτο ασυμβίβαστο θα αυξήσει περαιτέρω τις εξαρτήσεις των βουλευτών από τα κόμματα. Ότι θα είναι πιο δύσκολο γι’ αυτούς να έρχονται σε σύγκρουση με κομματικές θέσεις, όσο λανθασμένες κι αν τις θεωρούν. Και αυτό το επιχείρημα, όμως, βασίζεται σε ένα δεδομένο που εξ αρχής δεν υφίσταται: Ότι η επαγγελματική σιγουριά δημιουργεί αντιστάσεις. Αγνοώντας, ηθελημένα, ότι πέραν της οικονομικής επιβίωσης υπάρχουν και πολιτικές και επαγγελματικές φιλοδοξίες οι οποίες, στο υφιστάμενο σύστημα, μπορούν να εξυπηρετηθούν μόνο μέσα από τα κόμματα. Πόσοι από τους βουλευτές σήμερα διαφοροποιούνται από τη γραμμή του κόμματος, αμφισβητώντας κομματικές πρακτικές και αποφάσεις; Η δε προσέγγιση ότι οι βουλευτές θα είναι -λόγω μειωμένων εσόδων- πιο επιρρεπείς σε ύποπτες οικονομικές συναλλαγές, πέρα από απλουστευτική, είναι και βαθύτατα προκλητική. Απλουστευτική διότι το λαμόγιο είναι λαμόγιο. Ό,τι μισθό κι αν παίρνει, όσες δουλειές κι αν κάνει. Βαθύτατα προκλητική γιατί ο μισθός δεν είναι τέτοιος που να μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πως οδηγεί στην εξαθλίωση. Αντίθετα, είναι πενταπλάσιος από αυτόν του μέσου πολίτη. Αν από τον μέσο πολίτη δεν αναμένουμε ότι θα κλέψει, πώς μπορεί να προτάσσεται λίγο-πολύ ως αυτονόητο πως ένας άνθρωπος που λαμβάνει πενταπλάσιο από τον μέσο μισθό, αν δεν μπορεί να ασκεί και δεύτερο επάγγελμα, θα κλέβει;

Το κατά πόσο θα πρέπει να υιοθετηθεί το (απόλυτο) ασυμβίβαστο όμως δεν έχει να κάνει μόνο με το ποιοι θα μπαίνουν στην πολιτική, πόσο ανεξάρτητος θα είναι ένας βουλευτής ή αν τα περιορισμένα έσοδα τον καθιστούν πιο ευάλωτο στη διαπλοκή. Κυρίως έχει να κάνει με το εάν θεωρούμε πως το πολιτικό δυναμικό έχει το ηθικό βάρος να κλείσει παράθυρα και να μην αξιοποιεί αυτά που ήδη υπάρχουν (τα οποία συνειδητά ψήφισε). Από μόνο του θα θέσει όρια που θα επηρεάζουν τα εισοδήματα, την πολιτική ή οικονομική επιρροή του. Ή εάν υπάρχουν οι θεσμοί που μπορούν να παρέχουν τον έλεγχο που απαιτεί η απουσία του ασυμβίβαστου. Διότι αν αυτά τα δύο στοιχεία απουσιάζουν, η μη υιοθέτηση του ασυμβίβαστου -νομοτελειακά- οδηγεί σε καταχρήσεις που ξεπερνούν την ηθική διάσταση του θέματος, τα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα, και θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Υπάρχει κανείς που να θεωρεί ότι, από τη στιγμή που μπορούν, οι βουλευτές δεν θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τη βουλευτική τους ιδιότητα για να «ανοίγουν πόρτες», να προσπορίζουν πελάτες και να αποκομίζουν κέρδη; Πως για όσο έχει ο βουλευτής την ευχέρεια να διαπλέκεται και να κερδίζει, να βάζει το επαγγελματικό και προσωπικό του συμφέρον πάνω από το κοινό δεν θα το πράττει; Ή που μπορεί να ισχυριστεί ότι και πιο αυστηροί κανόνες να θεσπιστούν, που θα περιορίζουν στη θεωρία τη σύγκρουση συμφερόντων, μπορούν αυτοί οι ελεγκτικοί θεσμοί, που πέντε και πλέον χρόνια μετά δεν έχουν καταφέρει να οδηγήσουν ενώπιον του δικαστηρίου ούτε έναν από τους ενόχους, οι οποίοι μετά από καταγγελίες πρώην βουλευτή ότι τα κόμματα τρέφονται από τον υπόκοσμο ή της διοικήτριας της ΚΤ ότι κάποιοι προσπάθησαν να την εξαγοράσουν δεν μπήκαν καν στον κόπο να τους καλέσουν να καταθέσουν, να παρέχουν τον έλεγχο που θα αποτρέψει αυτούς που θέλουν από το να διαπλέκονται; Αν η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα είναι προφανής, πώς μπορεί να μην είναι το ίδιο προφανής και στο ερώτημα για υιοθέτηση του ασυμβίβαστου;

antopoly@cytanet.com.cy

 


Επιστροφή
στην αρχή