Απομείναμε τελικά πολύ λίγοι...

ΑΠΟΨΗ /ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Είμαστε λίγοι, όσοι ξέρουμε ότι το '74 ήταν η κορύφωση του μίσους που ξεκίνησε το '60 ανάμεσά μας και ότι τη μισή μας πατρίδα δεν τη χάσαμε ξαφινκά

20 Ιουλίου. Έφερα τα παιδιά μου να δουν σινεμά και κάθισα σε μια καφετέρια να γράψω το άρθρο της Κυριακής. Δίπλα μου δύο κυρίες κοντά στα 65 τους χρόνια. Είχε μια τσάντα πάνω στο διπλανό τραπέζι πριν καθίσω και έτσι ρώτησα, ευγενικά, τις κυρίες αν το τραπέζι είναι ελεύθερο και μου απάντησε η μια εκ των δύο «βεβαίως είναι». Κάθισα λοιπόν και άνοιξα τον φορητό μου υπολογιστή. Ξεκίνησα γράφοντας «20 Ιουλίου» και η προσοχή μου αποσπάστηκε ακούγοντας την τουρκική γλώσσα από το διπλανό τραπέζι. Οι κυρίες ήταν Τουρκοκύπριες που απολάμβαναν το καφεδάκι τους σε γνωστή αμερικανική αλυσίδα καφέδων στο mall! 20 Ιουλίου σήμερα, 44 χρόνια μετά πίνουμε τον καφέ μας πλάι-πλάι, οδηγούμε, ταξιδεύουμε, τρώμε και ψωνίζουμε δίπλα-δίπλα, αλλά επιλέγουμε να είμαστε εχθροί γιατί, δυστυχώς, έτσι μας βολεύει ακόμα, λανθασμένα βέβαια, αλλά βολεύει την «πούγκα μας», ποιος θέλει άλλωστε να μοιράζεται την πίτα;

Είναι 20 Ιουλίου και απομείναμε τελικά πολύ λίγοι, όσοι πραγματικά στεναχωριόμαστε για την κατάντια αυτού του τόπου. Είμαστε λίγοι, όσοι δεν περιμένουμε τον Ιούλιο για να μας υπενθυμίσει τις μαύρες στιγμές που βίωσε ετούτος ο τόπος. Είμαστε λίγοι, όσοι ξέρουμε ότι ο Ιούλιος του '74 ήταν η κορύφωση του μίσους που ξεκίνησε το '60 ανάμεσά μας και ότι τη μισή μας πατρίδα δεν τη χάσαμε στα ξαφνικά. Απομείναμε τελικά πολύ λίγοι, όσοι θέλουμε ειρήνη και επανένωση πλέον. Λυπάμαι, ειλικρινά, γι' αυτήν τη διαπίστωση. Ίσως και να ανήκω στην τελευταία γενιά που την ενοχλεί αυτή η κατάσταση. Τρέμω στην ιδέα ότι τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας δεν θα τους ενδιαφέρει καθόλου. Η λογική τους θα βασίζεται στο «ούτε ζήσαμε στους τόπους αυτούς, ούτε τους είδαμε, ούτε τους ξέρουμε». Ακόμα και από τη δική μου γενιά, που θεωρούμαστε μεταπολεμικά παιδιά, είμαστε πολύ λίγοι αυτοί που κρατάμε την ομορφιά ολόκληρης της Κύπρου μέσα μας χωρίς να απαρνιόμαστε τη μισή. Είμαστε πολύ λίγοι αυτοί που προχωράμε χωρίς μίσος και απαξίωση προς τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας. Γι' αυτό, ευτυχώς, φρόντισαν οι παππούδες μας και οι γονείς μας (και όχι η εκπαίδευσή μας, δυστυχώς), που αν και ταλαιπωρημένοι ως εγκλωβισμένοι και πρόσφυγες, μας περιέγραφαν γλυκιές ιστορίες συνύπαρξης, βάζοντας πάνω απ’ όλα την αγάπη για τη γη που τους γέννησε και τους έθρεψε χωρίς να επιτρέψουν στον πόνο και το μίσος να κατακλύσουν την ψυχή τους.

20 Ιουλίου και απομείναμε πολύ λίγοι να προσπαθούμε για την ειρήνη και την επανένωση. Οι περισσότεροι χωμένοι μέσα στη ρηχή μας καθημερινότητα, στον γκρεμό που φτιάξαμε και χορεύουμε γύρω του πιστεύοντας ότι αυτό είναι «ζωάρα». Αυτοκίνητα, σπίτια, που η ματαιοδοξία μας δεν χωράει μέσα, στολισμένοι και μοσχομυρισμένοι, πίνουμε και τρώμε λες και δεν θα υπάρχει αύριο και μέσα μας κενοί, άδειοι. Κατά τα άλλα, παθαίνουμε παραλήρημα με συνθήματα όπως «Δεν ξεχνώ» και «Τα σύνορά μας είναι στην Κερύνεια» και ας έχουν ξεχάσει οι πιο πολλοί την άλλη μισή μας πατρίδα. Λειτουργείτε λες και είναι ανύπαρκτη, αυτά που επιλέγετε να μην ξεχνάτε είναι αυτά που συμφέρουν γιατί όσο πιο μεγάλος ο εθνικισμός σας, τόσο πιο μεγάλη η καρέκλα και ο παχυλός μισθός σας από την κρατική μηχανή του τόπου. Λυπάμαι που το γράφω, αλλά οι περισσότεροι όχι απλώς δεν ξέρετε πώς είναι σήμερα η Κερύνεια μας, αλλά δυστυχώς δεν γνωρίζετε ούτε και πού βρίσκεται…

20 Ιουλίου, έφυγαν οι κυρίες από το διπλανό τραπέζι, ήρθε μια παρέα Ελληνοκύπριων αντρών, «να κάτσουμε δαμαί ρε που έν' η κορού με το λάπτοπ…».

Κατά τα άλλα, δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι…

 

 


Επιστροφή
στην αρχή