Αποχαιρετώντας τα βλέμματα που κρέμονταν στα κάγκελα

ΑΠΟΨΗ /ΚΑΤΑ ΒΑΡΒΑΡΩΝ

Στις κηδείες τους κανείς δεν είπε κάτι για εκείνους. Γιατί όμως; Ζωές έζησαν κι αυτοί. Εφιαλτικές αλλά αθώες. Ας μιλούσαμε για αυτές. Έστω μια φορά.

Διάβαζα πριν από λίγο ένα κείμενο της Σεβγκιούλ.

Όσοι και όσες δεν ξέρετε ποια είναι, αν και πιστεύω ότι όλοι οφείλουμε να γνωρίζουμε, η Σεβγκιούλ Ουλουντάγ είναι μια πολυβραβευμένη Κύπρια, συνάδελφος και συγγραφέας η οποία έχει αφιερώσει τη ζωή και τη δουλειά της στην καταγραφή όλων όσων αφέθηκαν επί τούτου να σβήσουν στη λήθη του χρόνου.

Χάρη στη Σεβγκιούλ, τα άρθρα της στη «Γενί Ντουζέν» και τον «Πολίτη», αλλά και την υπόλοιπη συγγραφική της δουλειά, καταγράφηκε και διασώζεται πια το σκοτάδι του 1963 και του ’64, όπως και του 1974.

Οι τραγικές ιστορίες των θυμάτων και των εγκλημάτων πολέμου αλλά και οι ηρωικές ιστορίες των ανθρώπων που πάλεψαν ενάντια στο περιρρέον μίσος σώζοντας ζωές. Όλα και στις δύο κοινότητες πάντα. Όπως επίσης και οι ιστορίες και μαρτυρίες για τους αγνοούμενους Κύπριους, ελληνόφωνους και τουρκόφωνους.

Το κείμενο που έλεγα πριν μιλά για τον Οσμάν Μουσταφά από την Αυδήμου. Μπορείτε να το ψάξετε στον «Πολίτη» με τον τίτλο του στα ελληνικά: «Η ιστορία του Osman Mustafa από την Αυδήμου». Δημοσιεύτηκε πριν από έναν χρόνο, στις 17/12/2017.

Μιλά για τον πόνο μιας οικογένειας η οποία «δεν ήξερε», όπως και οι άλλες οικογένειες των αγνοουμένων και στις δύο κοινότητες, τι απέγινε το παιδί της. Μέχρι που, πρόσφατα, η σορός του Οσμάν (σ.σ. στη φωτογραφία, τη μοναδική που του έβγαλαν ποτέ) ο οποίος ήταν 18 χρόνων το 1974, ταυτοποιήθηκε. Και τα οστά του παραδόθηκαν.

Τάφηκε στον Άγιο Επίκτητο της Κερύνειας όπου ζει πια η οικογένειά του. Η διαφορά του είναι πως ο Οσμάν δεν μπήκε στον κατάλογο των Μαρτύρων απέναντι και ουδείς εκπρόσωπος της άλλης κοινότητας πήγε στην κηδεία του.

Βλέπετε, ο Οσμάν ήταν θύμα του βομβαρδισμού του Νοσοκομείου Αθαλάσσας το 1974 από την τουρκική αεροπορία, ο οποίος άφησε πίσω του 32 νεκρούς –τρεις από αυτούς τουρκόφωνοι Κύπριοι– οι οποίοι ετάφησαν σε ομάδες, σε πρόχειρες τρύπες που ανοίχτηκαν. Και τόσο μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον του κράτους μας που, όταν αναζητήθηκαν επιτέλους, δεκαετίες μετά, είχαν ξεχάσει πού τους είχαν θάψει.

Ο λόγος για την απουσία των εκπροσώπων της άλλης κοινότητας, κατά την ίδια τη Σεβγκιούλ μέσα από σχόλιο που ανήρτησε, δεν ήταν η αιτία του θανάτου του, ούτε καν το γεγονός ότι ήταν τρόφιμος του νοσοκομείου αυτού. Ο λόγος ήταν απλώς η αδιαφορία.

Και ίσως να ήταν καλύτερη η αδιαφορία, εάν αναλογιστεί κανείς πως στις κηδείες άλλων, ελληνοφώνων τροφίμων που ταυτοποιήθηκαν τα οστά τους, πέρα από κάποιες αναφορές στην υπόθεση του βομβαρδισμού εκείνου και τις copy & paste κορώνες των αρμοδίων για το 1974, δεν ακούστηκε κουβέντα για τα ίδια τα θύματα.

Κάποιοι θα πείτε, ε τι να πει κανείς για έναν… τρελό; Υπάρχουν πολλά για να πει. Ζωή έζησαν κι αυτοί. Ευχάριστα μπορεί να μην είναι τα περισσότερα, πέρα από τα όσα μπορεί να πει όποιος γνώρισε τέτοιους ανθρώπους, για την αθωότητά τους.

Πολλοί από εμάς τους προλάβαμε να εκλιπαρούν για ένα τσιγάρο και ένα χαμόγελο στα κάγκελα του τότε ψυχιατρείου, τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, καθώς εμείς περνούσαμε από εκεί, τον τότε παλιό δρόμο για τη Λάρνακα και τη Λεμεσό, για να πάμε στη θάλασσα.

Θυμάστε; Θυμάστε πώς έκαναν για το καθετί που τους έδιναν όσοι σταματούσαν; Πόση χαρά έβγαζαν; Φυσικά και τους θυμάστε. Όπως πολλοί, ειδικά όσοι ήσασταν παιδιά τότε, φυλάξατε το δώρο που σας έκαναν μ’ αυτή τη χαρά τους την ώρα που μαθαίνατε πια πόσα λίγα χρειάζονται για να νιώσει την ευτυχία ένα αθώο πλάσμα.

Θα μπορούσε κανείς να πει κι άλλα πολλά, λοιπόν, αποχαιρετώντας αυτούς τους ανθρώπους. Αυτό λ.χ. που είπε και η αδελφή του Οσμάν στη Σεβγκιούλ πέρσι: «Πρέπει να ήμουν 5 ή 6 χρονών και θυμούμαι τον αδελφό μας […] όταν αρρώσταινε, τον έπαιρναν στον γιατρό και έπαιρνε τα χάπια του. […] Αλλά, ξέρετε την κοινωνία μας...».

Εξηγώντας παρακάτω: «Παρενοχλούν και πειράζουν τέτοια άτομα […] και ο πατέρας μου ήταν πολύ λυπημένος από τη συμπεριφορά κάποιων ατόμων προς τον αδελφό μου. Γι’ αυτό τον πήραν στο ψυχιατρείο, έτσι ώστε να παίρνει τακτικά τα χάπια του και να είναι εντάξει. Είχε πολιομυελίτιδα και υψηλό πυρετό και γι’ αυτό είχε αυτή την ασθένεια».

Θα μπορούσε κανείς να μιλά όχι σε επικήδειους μόνο, αλλά για ώρες και μέρες για τις εφιαλτικές ζωές που ζούσαν οι ψυχικά πάσχοντες σ’ αυτή τη χώρα. Για το πώς όταν πέθαινε μια πεισματάρα μάνα, που δεν άντεχε στη σκέψη να αποχωριστεί το παιδί της αλλά το έκρυβε συνήθως για να μην το κοροϊδεύουν και να το δέρνουν στον δρόμο, αυτοί οι άνθρωποι κατέληγαν εκεί για να πεθάνουν κοιτώντας περίλυποι τα αυτοκίνητα που περνούσαν, γραπωμένοι στα κάγκελα.

Θα μπορούσε και θα ‘πρεπε να μιλήσει για το στίγμα που ακόμα υπάρχει. Για το περιθώριο, την απόρριψη, την ντροπή η οποία υποβάλλεται στις οικογένειές τους από τον περίγυρο. Την αδιαφορία.

Κυρίως την αδιαφορία. Μιας κοινωνίας η οποία και στις δύο πλευρές του διαχωρισμού της δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη διαφορά στην απροθυμία της να κάνει κάτι περισσότερο από εκείνην τη δολοφονική λύπηση που δείχνει για το οτιδήποτε διαφέρει από εκείνην εμφανώς σ’ αυτό το επίπεδο. Για να αυτοεξυψώνεται πάντα.

Θα μπορούσε να πει, τέλος, πως η λίστα των «αγνοούμενων» ανθρώπων μας μειώνεται. Αλλά ο κατάλογος των αγνοούμενων ποιοτήτων των ανθρώπων που ζουν σ’ αυτό το νησί αντί να μειωθεί μακραίνει.

Αφήνοντας ολοένα και λιγότερο χώρο σεβασμού στους «γνωστικούς». Πόσω μάλλον στους «τρελούς».


Επιστροφή
στην αρχή