Α. Μαυρογιάννης στον «Π»: Αστείο να μιλάμε για δύο κράτη εντός ΕΕ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο Ε/κ διαπραγματευτής σημείωσε πως η αρχή της κυπριακής ιδιοκτησίας δεν είναι αναγκαίο να είναι απόλυτη όσον αφορά τις εξωτερικές πτυχές του Κυπριακού

Δεν υπάρχει άλλο πλαίσιο λύσης από το σημερινό για την ε/κ πλευρά, υπογράμμισε ο Ε/Κ διαπραγματευτής Ανδρέας Μαυρογιάννης μιλώντας στον “Π” για την επόμενη ημέρα μετά τις εκλογές. Ανέφερε πως υπάρχει ενδεχόμενο αλλαγής της μεθοδολογίας καθώς η Τουρκία δεν θέλει να μπει σε ακόμα μια μακρά διαδικασία και η Λευκωσία δεν είναι αντίθετη να συζητήσει εντατικότερη διαπραγμάτευση, φτάνει να γίνει πρώτα η σωστή προετοιμασία. Σημείωσε μάλιστα πως η αρχή της κυπριακής ιδιοκτησίας δεν είναι αναγκαίο να είναι απόλυτη όσον αφορά τις εξωτερικές πτυχές του Κυπριακού, δηλαδή αυτές που αφορούν τις εγγυήσεις και συγκεκριμένα τις εγγυήτριες δυνάμεις.

Υπογραμμίζοντας τη σημασία που είχε το έγγραφο για τον μηχανισμό της εφαρμογής της λύσης που προέκυψε από το Κραν Μοντανά, ο κ. Μαυρογιάννης πρόσθεσε πως για να συνεχιστεί η διαδικασία από εκεί που σταμάτησε πρέπει να συνεχιστεί από το πλαίσιο Γκουτέρες. Διαφώνησε ωστόσο με την εκτίμηση πως αυτό που μένει στο Κυπριακό είναι οι πολιτικές αποφάσεις, επισημαίνοντας πως υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει, ακόμα και αν υπάρξει στρατηγική συμφωνία.

Αν και απέφυγε να εκφράσει αισιοδοξία ή απαισιοδοξία, ο Ε/Κ διαπραγματευτής σημείωσε και τη μετατόπιση της ρητορικής της Τουρκίας περί σχεδίου Β’, εκτιμώντας πως αυτό συνέβη εν μέρει και γιατί η Άγκυρα δεν βρήκε ανταπόκριση από τον διεθνή παράγοντα σε αυτή της την επιδίωξη.

Τα Ηνωμένα Έθνη περιμένουν από τις πλευρές να αναλάβουν την πρωτοβουλία ούτως ώστε να επαναρχίσει ο διάλογος μετά τις εκλογές;

Ο γ.γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ήδη από τη στιγμή που διαπίστωσε αδιέξοδο στη διάσκεψη για την Κύπρο στο Κραν Μοντανά, είχε πει πως το αδιέξοδο αυτό σήμανε το τέλος της διάσκεψης αλλά σίγουρα όχι το τέλος της διαδικασίας. Αυτή η θέση του γενικού γραμματέα, μέχρι σήμερα, δεν έχει αλλάξει. Περάσαμε μια δύσκολη φάση γιατί ήδη από εκείνο το βράδυ και τις εβδομάδες που ακολούθησαν ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας κ. Τσαβούσογλου είχε πει ότι για την Τουρκία ήταν το τέλος της διαδικασίας και ότι πλέον θα πρέπει βγούμε εκτός των παραμέτρων των ΗΕ και να αναζητήσουμε εναλλακτικές επιλογές. Παρόμοια ήταν και η τοποθέτηση της τουρκοκυπριακής πλευράς. Στη συνέχεια και για κάποιο διάστημα αυτό συνέχισε να είναι το αφήγημα της τουρκικής πλευράς.

Μετά από έντονες διεργασίες και μεγάλη προσπάθεια, στο ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας στα τέλη Ιουλίου επαναβεβαιώθηκε τόσο το ότι η αναζήτηση λύσης πρέπει να γίνει εντός των παραμέτρων των ΗΕ, όσο και ότι η αποστολή των Καλών Υπηρεσιών εξακολουθεί να είναι στη διάθεση των μερών. Παρόμοιο ήταν και το συμπέρασμα της έκθεσης του γ.γ. για την αποστολή Καλών Υπηρεσιών που υποβλήθηκε τον Σεπτέμβριο στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Με έμμεσο τρόπο εκτιμούσε επίσης ότι οι παράμετροι του γ.γ. προσφέρουν ένα καλό πλαίσιο συνέχισης των συζητήσεων.

Ο ίδιος ο γ.γ. άκουσε τις θέσεις των μερών στις συναντήσεις που έγιναν στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο. Διαπίστωσε ότι η τουρκική πλευρά ήταν αναβλητική, αλλά όχι πλέον πλήρως απορριπτική. Ο κ. Ακιντζί παρέπεμπε για μετά τις εκλογές και η Τουρκία για επόμενο χρόνο γιατί είχε άλλες προτεραιότητες. Οι τοποθετήσεις αυτές δεν άφηναν περιθώρια για να γίνει κάτι άμεσα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας από την πλευρά του είχε ξεκαθαρίσει, τόσο προς τον γ.γ. όσο και ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης, πρώτον την ετοιμότητά μας ανά πάσα στιγμή να συνεχίσουμε τη διαπραγμάτευση των εσωτερικών πτυχών και δεύτερον να συνεχίσουμε στο κατάλληλο πλαίσιο τις συζητήσεις για τις εξωτερικές πτυχές, οι οποίες όμως χρήζουν της δέουσας προετοιμασίας, για να μην έχουμε τις ίδιες παρεξηγήσεις που είχαμε στην Ελβετία. Γι’ αυτό εισηγήθηκε, αν είναι δυνατόν, κάποιοι διεθνείς δρώντες, μέσα από επαφές με όλους τους εμπλεκόμενους και με μια διαδικασία πήγαινε-έλα, να καλλιεργήσουν και να βοηθήσουν να ωριμάσουν οι προϋποθέσεις για την ταχεία συνέχιση της διαδικασίας.         

Έκτοτε όμως αυτό δεν έχει γίνει.

Δεν έχει γίνει κάτι το τελεσφόρο ή καταλυτικό. Υπήρξαν κάποιες παρασκηνιακές επαφές. Έγινε λόγος για κάθοδο στην Κύπρο του βοηθού γενικού γραμματέα για Πολιτικές Υποθέσεις κ. Τζέφρι Φέλτμαν. Τελικά, δεν μπόρεσε να έρθει και δεν βλέπω επίσκεψή του πριν από τον Φεβρουάριο. Η πρόσφατη επίσκεψη του αναπληρωτή ΥΦΥΠΕΞ των ΗΠΑ κ. Τζόναθαν Κόεν ήταν πάλι μια βολιδοσκόπηση εντελώς προκαταρκτική.

Η παρούσα συγκυρία δεν είναι απλώς μια τεχνική διακοπή για εξωγενείς λόγους και συνεχίζουμε μόλις εκλείψουν. Είναι μια κρίση. Χρειάζεται να οικοδομηθούν ξανά στερεές βάσεις. Έστω και αν διαφαίνεται πως η τουρκική πλευρά πλέον δεν αποκλείει τη συνέχιση, ξεκάθαρα απορρίπτουν την προηγούμενη μεθοδολογία και διαδικασία διαπραγμάτευσης. Επιθυμούν σύντομη, πολιτική διαπραγμάτευση με χρονοδιαγράμματα και ρήτρες. Για την πλευρά μας εκείνο που έχει σημασία είναι η προετοιμασία, η διαφύλαξη των βασικών αρχών της διαπραγμάτευσης, της ιδιοκτησίας και της συνολικής και περιεκτικής προσέγγισης, χωρίς δαμόκλειους σπάθες.

Πώς ερμηνεύετε την αλλαγή της στάσης της Τουρκίας από την αναφορά σε σχέδια β’ και γ’ στην πρόθεσή της να συνεχίσει;

Υπήρξε κάποια διαφοροποίηση. Μην ξεχνάτε ότι μεσολάβησε το ψήφισμα του ΣΑ και η έκθεση του γ.γ. Επίσης δεν βρήκαν από μέρους της διεθνούς κοινότητας κατανόηση οι επιδιώξεις τους για άλλες μεθοδεύσεις. Έχει ίσως να κάνει και με την παρούσα συγκυρία και την προσπάθεια της Τουρκίας να αποφύγει περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεών της με τη διεθνή κοινότητα. Η πρόσφατη επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα δείχνει επίσης, κάπου, διάθεση να διατηρεί λίγο κάποιες γέφυρες. Ίσως έγκειται και στη διαχρονική προσέγγιση της Τουρκίας, της οποίας ο κ. Ερντογάν έχει αναδειχθεί σε μεγάλο μάστορα, να διατηρεί πάντα ανοικτές όλες τις επιλογές της, να έχει ταυτόχρονα τουλάχιστον δύο σίδερα πάνω στη φωτιά.

Υποβάθμισε τη δυσκολία ο Γκουτέρες;

Αυτά που ουσιαστικά απομένουν ωστόσο δεν είναι τόσο πολύ θέματα διαπραγμάτευσης, αλλά πολιτικές αποφάσεις και πολιτική βούληση.

Όχι, διαφωνώ, υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα για διαπραγμάτευση. Δεν είναι μόνο πολιτικές οι αποφάσεις που έχουν μείνει. Αλλά είναι γεγονός πως ο γενικός γραμματέας, έχοντας διαπιστώσει την πολυπλοκότητα των ζητημάτων, κατέληξε σε μια, κατά τη γνώμη μου, σωστή προσέγγιση. Ότι, δηλαδή, για να μπορέσουμε να δώσουμε μια αποφασιστική ώθηση στη διαπραγμάτευση απαιτείται στρατηγική συμφωνία πάνω σε ορισμένα σημεία που συνιστούν τα κύρια εμπόδια. Επίσης όλα αυτά τα σημεία πρέπει να συμφωνηθούν μαζί ως ενιαίο σύνολο για ξεπεράσουμε το μόνιμο πρόβλημα του τι γίνεται πρώτα και του τι έπεται.

Καθόλου δεν υποβάθμισε τη γενικότερη δυσκολία και το μέγεθος της εναπομείνασας εργασίας. Χαρακτηριστικά σε μια συνάντηση στην παρουσία του, μετά από μιάμιση ώρα συζήτησης, είπε «εγώ σηκώνω τα χέρια. Πώς να μπορώ να καταλάβω εγώ την πολυπλοκότητα αυτών των ζητημάτων, που είναι τόσο σημαντικά και σοβαρά και απαιτούν βαθιά γνώση και πολλή δουλειά; Εγώ έχω διαγνώσει κάποια σημαντικά σημεία των οποίων η λυσιτελής αντιμετώπιση μπορεί να οδηγήσει τη διαδικασία σε μη αναστρεψιμότητα. Όλα τα άλλα, και χωρίς να υποτιμώ τη σημασία τους, τον βαθμό δυσκολίας τους και τη διαπραγμάτευση που πρέπει να γίνει, ελπίζω πως μπορούν να αντιμετωπιστούν και πως δεν θα σταθεί το καθένα χωριστά ως καθοριστικό εμπόδιο για την επίτευξη λύσης».  

Εκεί όμως βρίσκονται οι πολιτικές αποφάσεις, στα σημεία της στρατηγικής συμφωνίας.

Βεβαίως, αλλά αυτό που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε στρατηγική συμφωνία θέλει προσοχή γιατί δεν είναι ούτε η λύση του Κυπριακού ούτε συμφωνία-πλαίσιο. Αν την πετύχουμε μπορούμε να προσδοκούμε ότι θα λειτουργήσει καταλυτικά, αλλά θα παραμένει πολλή και ουσιαστική δουλειά να γίνει.

Κλειδί ο μηχανισμός εφαρμογής

Στο σενάριο που οι συνομιλίες ξεκινούν και πάλι από εκεί που έμειναν, ποια θεωρείτε ότι είναι τα θέματα τα οποία θα είναι τα κυρίαρχα;

Αν ξαναρχίσουν από εκεί που έμειναν φυσικά πάμε πίσω στο πλαίσιο που έθεσε ο κ. Γκουτέρες στις 30 Ιουνίου. Και πρέπει να προσθέσουμε κάτι που ήταν σημαντικό, και ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος κ. Κοτζιάς είχε δίκαιο να το αναδείξει σε πρόσφατες δηλώσεις του, το έγγραφο για τους μηχανισμούς εφαρμογής, παρακολούθησης και επίβλεψης. Ήταν ένα σημείο στο οποίο έκανε αναφορά ο γ.γ. στις 30/6, αλλά έχρηζε συγκεκριμενοποίησης. Προσπαθήσαμε να το διαμορφώσουμε στις ημέρες που ακολούθησαν, έγινε σε βάθος προεργασία, αλλά δεν καταφέραμε έγκαιρα να καταλήξουμε σε ένα έγγραφο. Γι’ αυτό και η πλευρά μας υπέβαλε τις δικές της εμπεριστατωμένες εισηγήσεις και επί του ζητήματος αυτού στις 6 Ιουλίου.

Το βράδυ, στο τελευταίο δείπνο, ο γ.γ. για να συμπληρωθεί το πακέτο έκανε ο ίδιος προκαταρκτική πρόταση για το θέμα για να διευκολύνει περαιτέρω συζήτηση. Η συζήτηση αυτή όμως, την οποία και εμείς και η Ελλάδα επιδιώξαμε, δεν έγινε ελέω των άλλων συμμετεχόντων, και δη της Τουρκίας, που ήθελε να την αποφύγει διότι θα της στερούσε και το τελευταίο πρόσχημα για τη μη άμεση κατάργηση των εγγυήσεων. Σε ό,τι αφορά τώρα το συνολικό πακέτο των έξι σημείων, όπως το είχε περαιτέρω διαμορφώσει στο μυαλό του ο γενικός γραμματέας με βάση τις συζητήσεις και τις ανταλλαγές που έγιναν εκεί, δεν το γνωρίζουμε επακριβώς. Γνωρίζουμε μόνο το πρώτο σημείο για την άμεση κατάργηση των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων. Δεν μπόρεσε να πάει παρακάτω γιατί μόλις υπαγόρευσε αυτό, τον διέκοψε ο κ. Τσαβούσογλου.

Δεν υπάρχουν εναλλακτικές

Από εκεί και πέρα, και στις δύο πλευρές σήμερα ψιθυρίζεται και συζητείται ακόμα και το θέμα μιας διαφορετικής βάσης των συνομιλιών, είτε δύο κρατών είτε συνομοσπονδίας.

Εμείς δεν μπορούμε να δεχτούμε, ούτε θέλουμε αλλαγή της βάσης της διαπραγμάτευσης, ούτε πιστεύουμε πως υπάρχουν καλύτερες εναλλακτικές επιλογές. Αν οι περιστάσεις την επέβαλλαν, σίγουρα θα αναζητούσαμε τη μεγιστοποίηση της ποιότητάς της, όμως ειλικρινά δεν πρέπει να βάζουμε το κεφάλι μας στο στόμα του λιονταριού. Υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές και εφικτές λειτουργικότερες και καθαρότερες λύσεις; Και με την προσπάθεια της Τουρκίας να διαιωνίσει τα ερείσματα της στην Κύπρο τι κάνουμε; Προς Θεού, δεν είμαι λάτρης παρωχημένων προσεγγίσεων, μα μου φαίνεται πως είναι μονόδρομος η συνέχιση της επιδίωξης της λύσης πάνω στην υφιστάμενη βάση, αν καταφέρουμε να τη διαφυλάξουμε.

Και τα όσα ακούγονται για δύο κράτη εντός της ΕΕ;

Αυτό είναι εντελώς εξωπραγματικό και ανόητο μόνο και μόνο να το σκέφτεται κανείς. Είναι και ανιστόρητο γιατί ουσιαστικά νομιμοποιεί και δικαιώνει το αστείο τουρκικό επιχείρημα πως ενώ εκείνοι ψήφισαν «ναι» στο δημοψήφισμα, οι Ελληνοκύπριοι είναι που επιβραβεύτηκαν με την ένταξη στην ΕΕ. Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Ποιο είναι αυτό το άλλο κράτος που θα καταστεί μέλος, ποιες δομές, ποια κριτήρια θα πληροί; Μέσα από ποια ενταξιακή διαπραγμάτευση; Η ΕΕ δεν είναι ούτε βραβείο ούτε όμιλος συζήτησης. Η Κύπρος χρειάστηκε 14 χρόνια για να ενταχθεί στην ΕΕ μετά την υποβολή της αίτησης, περάσαμε από αφάνταστες δυσκολίες και όλη η κυπριακή κοινωνία υποβλήθηκε σε άπειρες θυσίες. Χύσαμε το αίμα της ψυχής μας. Της αίτησής μας είχαν προηγηθεί 17 χρόνια συμφωνίας σύνδεσης. Περάσαμε από πολύχρονες διαδικασίες εναρμόνισης, πολιτικά προβλήματα και μύρια κύματα για να ανοίξει μια μικρή χαραμάδα και να μπούμε στην ΕΕ. Φανταστείτε τώρα τα κατεχόμενα ξαφνικά και διά μαγείας ως χωριστό κράτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα δεχόταν κάτι τέτοιο η Ευρώπη, οποιοσδήποτε Ευρωπαίος, περιλαμβανομένων και εμού και ημών; Αποδίδω τόσο τεράστια σημασία στην ΕΕ, στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και στη συμμετοχή του τόπου μου στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι που, παρά τη μόνιμη έγνοια και το πάθος μου για τη λύση του Κυπριακού και τον απόλυτο σεβασμό, κατανόηση και αγάπη προς τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους, ηθικά δεν δικαιούμαι καν να ζητήσω από την Ευρώπη αυτού του είδους την υπέρβαση που φτάνει στα όρια της αυτοκατάργησης.

Δεν μπορεί η τ/κ πλευρά να διαστρεβλώνει τα εργαλεία της ΕΕ χάριν απόσχισης

Brexit, Βόρειος Ιρλανδία και η περίπτωση της Κύπρου

Όσον αφορά τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και το πώς επηρεάζουν το Κυπριακό, υπάρχουν κύκλοι στα κατεχόμενα που επενδύουν στις φυγόκεντρες δυνάμεις στην ΕΕ, αλλά ακόμα και στη συζήτηση που γίνεται για ειδικές διευθετήσεις όσον αφορά τη Βόρειο Ιρλανδία.

Με το πρόσφατο κοινό έγγραφο όπως εγκρίθηκε προχθές από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπάρχει δέσμευση ότι με την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ δεν θα υπάρξει σκληρό σύνορο ανάμεσα στη Βόρειο Ιρλανδία και τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, θα διαφυλαχθεί το κεκτημένο της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής και δεν θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες για τη λειτουργία της Ιρλανδίας στην ΕΕ και τα δικαιώματα των Ευρωπαίων πολιτών στη Βόρειο Ιρλανδία. Η δέσμευση αυτή θα πρέπει στη συνέχεια να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Στη Βόρειο Ιρλανδία αυτή τη στιγμή υπάρχουν επίσης πολλά σημαντικά ευρωπαϊκά προγράμματα (Peace, Interrreg) που μαζί με προηγούμενα είχαν δημιουργήσει τις συνθήκες που επέτρεψαν την κατάληξη σε συμφωνία και έκτοτε συνεισφέρουν καταλυτικά στην υλοποίηση της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής, συμμετέχουν δηλαδή έμπρακτα στη δημιουργία των οργανικών συνθηκών της ειρήνης. Η κατάσταση παραμένει εύθραυστη και η διαφύλαξη του κεκτημένου και του δρόμου που διανύθηκε είναι εκ των ων ουκ άνευ. Πρέπει να διατηρηθεί επίσης ο θεμελιώδης συμβιβασμός που υποβαστάζει τη συμφωνία, και που δεν ήταν ξένος προς το γεγονός ότι το ΗΒ και η Ιρλανδία ήταν εταίροι στην ΕΕ, ήτοι η διαγραφή των αλυτρωτικών διατάξεων από το Ιρλανδικό Σύνταγμα, με αντάλλαγμα την εισαγωγή στη συμφωνία της αρχής της συγκατάθεσης, που σημαίνει ότι η πλειοψηφία στη Β. Ιρλανδία μπορεί να αποφασίζει αν θα παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο ή αν θα ενωθεί με την Ιρλανδία. Τα πράγματα είναι, στο πλαίσιο της πολιτικής διαπραγμάτευσης, αρκετά καθαρά, είναι όμως αρκετά περίπλοκα στην πράξη και απαιτούνται ευφάνταστες και έξυπνες τεχνικές ρυθμίσεις και οικονομικές διευθετήσεις για να διαφυλαχθεί η συνεργασία ανάμεσα στο βόρειο και το νότιο μέρος της Ιρλανδίας, ο κοινός ταξιδιωτικός χώρος ΗΒ και Ιρλανδίας, οι θεσμοί της Β. Ιρλανδίας και τα συμφέροντα της Ιρλανδίας και της ΕΕ.

Δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε πότε θα ξαναξεκινήσουν οι συνομιλίες, υπάρχει η ανάγκη και εμείς να σκεφτούμε πώς να διαφυλάξουμε τις οργανικές συνθήκες της ειρήνης στις οποίες αναφερθήκατε; Κατ’ αναλογία έχουμε μια Κύπρο που αποτελεί ολόκληρη μέρος της ΕΕ και όπου ευρωπαϊκά προγράμματα συνδέουν τις πλευρές.

Νοουμένου ότι το ζητούμενο παραμένει η επανένωση και όχι φυγόκεντρες επιδιώξεις. Το πρόβλημα εδώ είναι διαφορετικό. Ενόσω η τουρκική και η τ/κ πλευρά προσπαθούν να διαστρεβλώσουν τα εργαλεία της ΕΕ που υπηρετούν την επανένωση, για χάρη ενός σχεδίου β’, πώς μπορεί αυτό να γίνει; Διανοείται κανείς ότι μπορούμε να συμβάλουμε στον ακρωτηριασμό της χώρας μας;

Tα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 26ης Απριλίου 2004 καταγράφουν ξεκάθαρα ότι η λογική της πολιτικής της ΕΕ έναντι των ΤΚ είναι η υπηρέτηση της ιδέας της επανένωσης. Χωρίς αυτήν και χωρίς προσήλωση στη δέσμευση αυτή, δεν κάνει νόημα. Η ΕΕ ως sui generis οργανισμός ολοκλήρωσης λειτουργεί ταυτόχρονα σε διάφορα παράλληλα επίπεδα, στηρίζεται στην αρχή της επικουρικότητας, προσφέροντας σε υποκρατικές οντότητες μεγάλες δυνατότητες να ανθήσουν, περιλαμβανομένων και απευθείας σχέσεων με τους θεσμούς για τα θέματα της αρμοδιότητάς τους και με τρόπο που δεν είναι εντελώς ελεγχόμενος από τις εθνικές κυβερνήσεις. Η περιφερειακή πολιτική και η συνέργεια των διαφόρων επιπέδων, όμως, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως όχημα για απόσχιση ή για φυγόκεντρες τάσεις. Αυτό αποτελεί διαστροφή των θεσμικών εργαλείων. Το βλέπουμε τελευταίως δυστυχώς, mutatis mutandis, και σε άλλες ευρωπαϊκές περιοχές.

Brexit και Κύπρος

Πού βρίσκεται η διαδικασία για το Brexit σε σχέση με το θέμα των ρυθμίσεων για τις Βάσεις στην Κύπρο;

Έχει τις τελευταίες μέρες ολοκληρωθεί μια πρώτη φάση διαπραγμάτευσης για το Brexıt, με τρεις βασικούς άξονες: ο ένας αφορά τα δικαιώματα των Ευρωπαίων και των Βρετανών πολιτών, ο δεύτερος τις οικονομικές υποχρεώσεις και ο τρίτος το θέμα της Βορείου Ιρλανδίας.

Όσον αφορά τις Βρετανικές Βάσεις υπάρχει, ναι, ένα ειδικό ζήτημα. Είναι, αν θέλετε, η αντιστροφή του ζητήματος που αντιμετωπίσαμε όταν προετοιμαζόταν η συμφωνία προσχώρησής μας στην ΕΕ. Τότε το ΗΒ δεν ήθελε η Συνθήκη για την ΕΕ να εφαρμόζεται στις Βάσεις. Αυτό ρυθμίζεται στο πρωτόκολλο 3 της συνθήκης προσχώρησής μας. Το έδαφος των Βάσεων ωστόσο είναι τελωνειακό έδαφος της Ένωσης και εφαρμόζεται η κοινή εμπορική πολιτική. Πρέπει να γίνουν οι κατάλληλες διευθετήσεις για να συνεχίσουν να προστατεύονται πλήρως τα δικαιώματα των προσώπων. Είτε είναι Κύπριοι είτε άλλοι Ευρωπαίοι πολίτες. Δεν αναμένεται να υπάρξουν ανυπέρβλητες δυσκολίες.

Σε σχέση με την αμυντική συνεργασία την οποία επιθυμεί η Βρετανία, και λόγω του στρατιωτικού χαρακτήρα των Βάσεων, μπορεί να υπάρξουν περιπλοκές στη συζήτηση;

Ίσως, αλλά θα μπορούσε να είναι και μια ευκαιρία. Όπως είπα και πριν, η Βρετανία ενδιαφέρεται να διατηρήσει τη σύνδεση με την ΕΕ σε στρατιωτικά και αμυντικά θέματα. Θα έχουμε πιθανότατα και εδώ μία sui generis διευθέτηση. Αν οι Βάσεις συνεισέφεραν προς αυτή την κατεύθυνση, η Κύπρος θα είχε μόνο να κερδίσει. Θα μπορούσε η Κύπρος να καταστεί σημείο συρροής και κοινή συνισταμένη μεταξύ ΕΕ και ΗΒ και μη αποκλειόμενης μετά τη λύση, ή στο πλαίσιο αυτής, και της Τουρκίας, η οποία επίσης ενδιαφέρεται για συνεργασία στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ, και μια τέτοια σύνδεση θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση των υφιστάμενων, με άλυτο το Κυπριακό, συγκρουσιακών προσεγγίσεων.


Επιστροφή
στην αρχή