Αμφισβήτηση καταδίκης - ποινών

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Αν και απών από την αίθουσα,ο γεν. εισ. αποτελούσε το κεντρικό πρόσωπο στις αγορεύσεις,λόγω του ότι υπήρξε παραπονούμενος, κατήγορος και μάρτυρας

ΓΡΑΦΟΥΝ:

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ
ΣΟΦΗ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

 

Τόσο την καταδίκη όσο και το ύψος της ποινής που τους επεβλήθη αμφισβήτησαν στις αγορεύσεις στο πλαίσιο των εφέσεών τους, οι Ρίκκος Ερωτοκρίτου, Ανδρέας Κυπρίζογλου και το γραφείο «Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ». Η εκδίκαση των εφέσεων άρχισε χθες στο Ανώτατο Δικαστήριο και θα συνεχιστεί αύριο με την αγόρευση του Αλέκου Μαρκίδη που εκπροσωπεί τον Παναγιώτη Νεοκλέους. Ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου απέσυρε τους λόγους έφεσης που είχε καταθέσει πλην δύο. Επίσης απορρίφθηκε το αίτημα τού εκ των συνηγόρων του Παύλου Αγγελίδη για αναβολή της εκδίκασης μέχρι να δοθεί απόφαση για το διάταγμα Habeas Corpus που είχε ζητήσει ο κ. Ερωτοκρίτου επιδιώκοντας την άμεση αποφυλάκισή του.

Ρίκκος: Αδικήθηκα

 

Ο Ε. Ευσταθίου αγορεύοντας για τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου υποστήριξε πως «το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα και αντινομικά δεν έλαβε υπόψη ολόκληρα διαδοχικά ζητήματα, που απεδείχθησαν ενώπιον του δικαστηρίου, με τις πράξεις και παραλείψεις των ανακριτών και μαρτύρων κατηγορίας και του δικαστηρίου και τα οποία συνιστούσαν σαφέστατες παραβιάσεις των αρχών της δίκαιης δίκης». Μεταξύ άλλων κατηγόρησε τον γενικό εισαγγελέα ότι παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητας με τις δηλώσεις που είχε κάνει μετά την παραλαβή του πορίσματος Καλλή. Σημείωσε επίσης ότι ο κ. Καλλής ως ποινικός ανακριτής «αρνήθηκε αδικαιολόγητα και προκατειλημμένα» να καλέσει τον Κώστα Κληρίδη να δώσει γραπτή κατάθεση. Επίσης ο Π. Καλλής είχε διαβεβαιώσει ψευδώς ότι δεν κάλεσε για κατάθεση ούτε τον δικηγόρο Πάμπο Ιωαννίδη, ο οποίος όμως εμφανίστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη. Δεν παρέλειψε επίσης να επισημάνει τον πολλαπλό ρόλο του Κ. Κληρίδη, ο οποίος ήταν παραπονούμενος, κατήγορος και μάρτυρας κατηγορίας, έχοντας το πλεονέκτημα να δει τις καταθέσεις μαρτύρων πριν δοθούν στον κ. Ερωτοκρίτου. Διερωτήθηκε ο κ. Ευσταθίου: «Ποια δίκαιη δίκη διεξάγεται με κατηγορίες που αποφασίζουν οι μάρτυρες κατηγορίας και οι παραπονούμενοι, αφού πρώτα δουν το μαρτυρικό υλικό που συνέλεξαν άλλοι, αλλά και χωρίς να δώσουν γραπτή κατάθεση, αρνούμενοι, γι’ αυτό μέσω του ποινικού ανακριτή, όταν καλέστηκαν, από τον εφεσείοντα;».

Χωρίς μαρτυρία

 

Ο Ανδρέας Κυπρίζογλου, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε 1,5 χρόνο φυλάκιση με αναστολή για το αδίκημα της συνωμοσίας προς καταδολίευση, αγόρευσε για τον εαυτό του, διερωτώμενος πώς το πρωτόδικο δικαστήριο του απέδωσε ένοχη διάνοια από τη στιγμή που η μαρτυρία που προσφέρθηκε για τον ίδιο ήταν περιστατική και δεν εξαγόταν μέσα από αυτήν ότι ενεργούσε για τον Ρίκκο Ερωτοκρίτου στο πλαίσιο συνωμοσίας να προβούν σε καταδολίευση. «Δεν έδωσα εγώ τις οδηγίες για καταχώρηση της αίτησης για συμψηφισμό, ούτε την υπέγραψα, ούτε την προώθησα, ούτε και εμφανίστηκα στο δικαστήριο. Πώς τότε ενεργούσα για λογαριασμό του κ. Ερωτοκρίτου και κατέληξε το δικαστήριο στο ότι είχα ένοχη διάνοια;», διερωτήθηκε ο κ. Κυπρίζογλου.

«Συνωμότησε» μόνο του το γραφείο

Ενοχή του αέρα

 

Στην αγόρευσή του εκ μέρους του γραφείου «Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ», ο Γ. Παπαϊωάννου διατύπωσε την «απορία» για το πώς είναι δυνατόν να καταδικάζεται ένα νομικό πρόσωπο (εταιρεία) χωρίς να είναι καν κατηγορούμενοι αυτοί που την ελέγχουν και τη διευθύνουν. Μια εταιρεία είναι ένα καταστατικό, καρέκλες, σφραγίδες και τοίχοι... που προφανώς δεν έχουν τη δυνατότητα να συνωμοτήσουν με οποιονδήποτε για να διαπράξουν ποινικό αδίκημα. Ο κ. Παπαϊωάννου σημείωσε πως η απόφαση του Κακουργιοδικείου ήταν λανθασμένη «διότι χρησιμοποίησε και βασίστηκε σε ενέργειες και νοητική κατάσταση προσώπων εκτός κατηγορητηρίου, τα οποία θεώρησε ότι εμπλέκονταν στα αδικήματα». Υπάρχει μια πρωτοφανής παραδοξότητα. Το Κακουργιοδικείο για να καταδικάσει το γραφείο «Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ» θεώρησε «ένοχο» τον Ανδρέα Νεοκλέους, τη Μαρία Κυριακού και τον Ανδρέα Ανδρέου. Ωστόσο ουδείς εκ των τριών βρισκόταν στο κατηγορητήριο. Και όχι μόνο αυτό. Η κατηγορούσα αρχή, όπως έχει καταγραφεί και στα πρακτικά, πριν κλείσει η παρουσίαση της υπόθεσης στις 7 Δεκεμβρίου 2015 έκανε σαφή δήλωση στο δικαστήριο, αναφέροντας πως ο Ανδρέας Νεοκλέους δεν εμπλεκόταν στη διάπραξη των αδικημάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κανένα στάδιο της δίκης δεν υποβλήθηκε στον Παναγιώτη Νεοκλέους ότι ήταν σε συνεννόηση ή ενημέρωνε ή έπαιρνε οδηγίες από τον Ανδρέα Νεοκλέους για να συνωμοτήσουν με τον Ρ. Ερωτοκρίτου. Στην έφεση του δικηγορικού γραφείου «Α. Νεοκλέους ΔΕΠΕ» καθίσταται σαφές ότι με βάση τις αρχές του Αγγλικού Κοινοδικαίου επί της εταιρικής ποινικής ευθύνης, η ευθύνη είναι στην ουσία προσωπική και αποδεικνύεται μέσω της ταύτισης της εταιρείας με τις ενέργειες κάποιου φυσικού προσώπου που την ελέγχει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, την εταιρεία την ελέγχει ο Ανδρέας Νεοκλέους. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν ο Ανδρέας Νεοκλέους να μην υπέχει ποινική ευθύνη, αλλά να έχει η εταιρεία που ελέγχεται από τον ίδιο;

 

Σήμερα η αγόρευση του Αλέκου Μαρκίδη για τον Παναγιώτη Νεοκλέους

Eπίκεντρο η αξιολόγηση των emails

Σήμερα αναμένεται να ολοκληρωθούν οι αγορεύσεις των εφεσιόντων, με την αγόρευση του Αλ. Μαρκίδη για τον Παναγιώτη Νεοκλέους. Αύριο αναμένεται η τοποθέτηση του εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής Η. Στεφάνου. Στην έφεσή του ο Π. Νεοκλέους αμφισβητεί τόσο την καταδίκη όσο και την ποινή και θεωρεί πως τόσο ο γενικός εισαγγελέας όσο και το Κακουργιοδικείο δεν ενήργησαν με την απαιτούμενη αμεροληψία. Ο κ. Αλ. Μαρκίδης σε έναν από τους λόγους έφεσης κάνει αναφορά στην αξιολόγηση των τεκμηρίων (των τριών emails που κατέθεσε, ενώ τελούσε εν εξελίξει η ακροαματική διαδικασία, ο Π. Νεοκλέους). Το πρωτόδικο δικαστήριο, σύμφωνα με την αιτιολογία του λόγου έφεσης, ενήργησε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, μετατρέποντας εαυτόν σε εμπειρογνώμονα, δίδοντας ουσιαστικά μαρτυρία επί πραγματικού θέματος και καταλήγοντας, κατά τρόπο ανεπαρκή, σε επιστημονικά συμπεράσματα, χωρίς μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα. Συγκεκριμένα, το Κακουργιοδικείο στην πολυσέλιδη απόφασή του κρίνει ουσιαστικά τα emails που ο Π. Νεοκλέους κατέθεσε στο δικαστήριο μη αυθεντικά. Είναι εμφανές ότι το Κακουργιοδικείο αμφισβήτησε από μόνο του την αυθεντικότητα των συγκεκριμένων τεκμηρίων. Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα που προκύπτει είναι: υπό ποιες προϋποθέσεις και πολύ περισσότερο βάσει ποιας εξειδικευμένης μαρτυρίας το δικαστήριο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα; Υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του Κακουργιοδικείου, η οποία να υποστηρίζει τα συγκεκριμένα συμπεράσματά του; Η απάντηση, εξ όσων έχουμε πληροφορηθεί, είναι ότι ουδεμία μαρτυρία προσεφέρθη από πλευράς της κατηγορούσας αρχής η οποία να υποστηρίζει τέτοιο συμπέρασμα.


Επιστροφή
στην αρχή