Άλλο ένα άρθρο που παραβιάζει τα όρια της ύβρης

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Καθώς με καλεί μια φωνή στα βουνά,στις πλαγιές,στα τρεχούμενα νερά λέγοντας «η κοιλάδα μου ήταν τόσο πράσινη…»Ταυτόχρονα παίζουν οι «Τέσσερις Εποχές»

Καθώς ανθίζουν οι αμυγδαλιές. Καθώς ξυπνούν σε συννεφιασμένα βροχερά πρωινά. Καθώς με καλεί μια φωνή στα βουνά, στις πλαγιές, στα τρεχούμενα νερά λέγοντας «η κοιλάδα μου ήταν τόσο πράσινη…». Και καθώς ταυτόχρονα παίζουν οι «Τέσσερις Εποχές» του Βιβάλντι. Καθώς μια φορά και έναν καιρό τα παντζούρια αυτής της πόλης ήταν παντζούρια, τα καφάσια ήταν καφάσια και οι πόρτες ήταν πόρτες. Καθώς ένας δούλος από τη Μαύρη Θάλασσα εκτελεί καθήκοντα δημάρχου σε ένα πρώην ελληνοκυπριακό χωριό. Καθώς γράφω σε ένα δωμάτιο στο οποίο κρεμάστηκαν νέες κουρτίνες αφού καθαρίστηκαν τα σπασμένα τζάμια. Έρχεται μια στιγμή. Που σπάει και η πένα από τη θλίψη. Θα γράψει μιαν αράδα. Δεν μπορεί. Δεν ξέρει από πού να αρχίσει, πώς να γράψει. Μοιάζει με έναν ανίδεο μετανάστη που επέστρεψε στην πατρίδα μετά από χρόνια και δεν βρήκε στη θέση του απολύτως τίποτα από αυτά που έψαχνε. Διότι είναι πλέον ένας ξένος ντόπιος. Γι’ αυτό, πρώτα πηγαίνει στο νεκροταφείο. Αλλά αυτή η πένα είναι δύστροπη. Φοβάται ότι πολύ σημαντικά πράγματα θα καταστούν ασήμαντα. Σωπαίνει όπως σωπαίνουν στο προσκεφάλι του άψυχου ματωμένου σώματος ενός παιδιού. Δεν εμπνέεται από την άνοιξη, τα άνθη της αμυγδαλιάς, την καταπράσινη κοιλάδα. Εμπνέεται από τις φουρτούνες, τους ανέμους και τους τυφώνες. Δεν τον νοιάζει καθόλου η χρεοκοπία των δήμων, η διακοπή στην παροχή ηλεκτρισμού, το γεγονός ότι πάλι δεν γέμισαν οι δεξαμενές, ο διορισμός νέων διευθυντών και συμβούλων, αλλά πάντα σκέφτεται εκείνη τη νεαρή γυναίκα που ξεψύχησε στο καταγώγιο. Αν γράψει μιαν αράδα, μόνο βρισιά μπορεί να είναι. Μπορεί να αποθέσει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο φέρετρο που θα σταλεί από τη Λευκωσία στη Λευκορωσία. Πόσοι άνθρωποι υπάρχουν σε αυτό τον κόσμο που θα εξαναγκάσουν. Πόσοι ποταποί που είναι για να τους φτύσεις κατάμουτρα υπάρχουν σε αυτό τον κόσμο. Καθώς ένας πατέρας με το πρόσωπο κατακόκκινο από τα αίματα προσπαθεί να διαφύγει και να σωθεί μέσα από τα ερείπια μιας βομβαρδισμένης πόλης κρατώντας στην αγκαλιά του το μικρό του κοριτσάκι που δεν καταλαβαίνει κανείς αν ζει ή αν έχει πεθάνει, η μυρωδιά του μπαρουτιού καίει τα πνευμόνια του. Δεν έχει Θεό. Διότι αν υπήρχε Θεός, δεν θα μπορούσαν οι ποταποί να ήταν αθώοι και οι αθώοι ποταποί. Αν υπήρχε Θεός, εκείνος ο πιλότος δεν θα μπορούσε να έριχνε τις βόμβες πάνω σε μια πόλη γεμάτη ζωή.


Αντιλαμβάνεται ότι σε αυτό τον κόσμο βιώνει μια μοναξιά. Χειρότερη από τη μοναξιά του Κάφκα. Το πνεύμα του Στέφαν Τσβάιχ υπάρχει και σε αυτόν. Οι απογοητεύσεις του ξεπέρασαν προ πολλού τις ελπίδες του. Αλλά δεν έγραψε ποτέ επιστολές σε μιαν άγνωστη γυναίκα. Δεν μπόρεσε να επιδείξει τόσο θάρρος ώστε να ομολογήσει τον έρωτά του. Έγραψε πολλά άρθρα. Αλλά ακόμα δεν μπόρεσε να γράψει αυτά που ουσιαστικά έπρεπε να γράψει. Εδώ και χρόνια δεν μπόρεσε να πετάξει από πάνω του την ντροπαλότητα και την αιδημοσύνη των νεαρών του ’63 που πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στις σκοπιές και στα πορνεία. Γνωρίστηκε ένα βράδυ στην Κωνσταντινούπολη με τον ποιητή που είπε «παίζουν ζάρια πάνω στο φέρετρό μου / δεν έχει απομείνει ελπίδα από τις διευθύνσεις που έχω στην τσέπη μου». Ο ποιητής είχε περάσει από τους φακέλους της Αστυνομίας. Η μητέρα του είχε καρκίνο. Δεν είχε καταφέρει να φτάσει στην επιτυχία ο ξεσηκωμός που έλπιζε. Όλοι ήταν είτε στη φυλακή, είτε είχαν αποσυρθεί σε μια γωνιά, είτε είχαν φύγει στο εξωτερικό. Δεν έμοιαζε με τον ζωγράφο, ο οποίος, από το παράθυρο του σπιτιού του που βρισκόταν στον λόφο, κοίταζε τα ρωσικά καράβια που περνούσαν από τον Βόσπορο κάθε απόβραδο και γέμιζε την ψυχή του με επανάσταση. Ο ποιητής είχε πικραθεί με τον κόσμο. Ήταν δυσαρεστημένος. Να καταφύγει στον Θεό ήταν η τελευταία λύση γι’ αυτόν.


Ακόμα και το ξύπνημα σε συννεφιασμένα βροχερά πρωινά καθώς ανθίζουν οι αμυγδαλιές, δεν μπορεί να τον κάνει να γράψει ένα ερωτικό ποίημα. Όπως είπα. Έρχεται μια στιγμή. Που σπάει από θλίψη ακόμα και εκείνη η πένα. Θα γράψει μιαν αράδα. Δεν μπορεί. Αν γράψει, δεν της αρέσει. Τη σκίζει και την πετά. Ποιος ζωγράφος θα ζωγραφίσει την εικόνα των εκτάκτων καταστάσεων που έχουν μετατραπεί σε τακτικές; Δοκίμασε ο Πικάσο. Αλλά τώρα ακόμα και η «Γκουέρνικα» είναι ελλιπής. Είναι ένας πόλεμος που κανείς πλέον δεν ξέρει ποιος εναντίον ποιου πολεμά και ποιος σκοτώνει ποιον. Δεν έμεινε πέτρα όρθια. Ακόμα βομβαρδίζουν. Δεν έμεινε κανείς ζωντανός. Ακόμα σκοτώνουν. Τι φρικαλεότητα ζουν αυτά τα παιδιά. Τα παιδιά από τη Συρία, την Παλαιστίνη, το Ιράκ, τη Λιβύη, την Υεμένη. Μήπως υπάρχει καρδιά που μπορεί να αντέξει αυτές τις ματωμένες παιδικές φωτογραφίες; Όχι, αυτή η πένα δεν γράφει. Μοναχά βρίζει. Επειδή δεν έχει Θεό, δεν μπορεί να καταραστεί, γιατί δεν πιστεύει ότι οι κατάρες ωφελούν σε κάτι.


Εσύ ποιητή, είσαι γνωστός ότι βαδίζεις καταπάνω στον κόσμο; Τότε ας βαδίσουμε. Να βαδίσουμε με ποιήματα ή μήπως με μάουζερ και βόμβες; Να χτυπήσουμε στο κεφάλι τα Ηνωμένα Έθνη; Να ανατινάξουμε το Κρεμλίνο και τον Λευκό Οίκο; Να κάψουμε ξανά το Ράιχσταγκ; Αντί να σκοτώσουν εμάς τα τανκ, να σκοτώσουμε εμείς τα τανκ. Να μην μείνει σε αυτό τον αναίσχυντο κόσμο η κατάρα των χιλιάδων παιδιών που πέθαναν από βόμβες και σφαίρες και πνίγηκαν στις θάλασσες…

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Κανένα παζάρι για την κάρτα

ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΜΑΝΩΛΗ, 17.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Το μυστηριώδες πορτρέτο του Μεσσία

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, 17.11.2018

ΑΠΟΨΗ

Φραγμό στις καταστροφικές ιδέες του Προέδρου

Πολίτης News, 17.11.2018

Επιστροφή
στην αρχή