Άκυρα τα ευρήματα Οδυσσέα για ΟΠΑΠ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΚΥΠΡΟΣ

Δεύτερη πόρτα από Ανώτατο Δικαστήριο για έρευνα στην ΟΠΑΠ Κύπρου - Άνοιξε ο δρόμος για ποινική εναντίον του γεν. ελεγκτή

Άδοξο τέλος είχε η έρευνα της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, του γενικού εισαγγελέα και του Γενικού Λογιστηρίου για την ΟΠΑΠ Κύπρου, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ασαφείς και αόριστες τις κατηγορίες για παράνομες πληρωμές της εταιρείας τα έτη 2015 και 2016 σε δικηγόρο, σε ελεγκτικό γραφείο και σε ιδιώτη για την παροχή υπηρεσιών. Με χθεσινή απόφασή του, το Ανώτατο για δεύτερη φορά μετά τον Νοέμβριο του 2017 έκρινε αόριστες και ασαφείς τις κατηγορίες του Γραφείου Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, βάσει των οποίων η Αστυνομία ζητούσε πρόσβαση στα λογιστικά αρχεία της ΟΠΑΠ Κύπρου ώστε να αποδεικνυόταν η διάπραξη αδικημάτων για τα οποία οι ανεξάρτητοι θεσμοί είχαν, υποτίθεται, εύλογη υποψία για διάπραξη αδικημάτων, όπως η συνωμοσία για καταδολίευση, η συνωμοσία για διάπραξη κακουργήματος, η πλαστογραφία, η τήρηση ψευδών λογαριασμών και η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Κυρίως, με τη χθεσινή απόφασή του, το Ανώτατο κρίνει ότι οι πληρωμές της ΟΠΑΠ, για τις οποίες ζητούσε ποινικό έλεγχο ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης από τον Μάρτιο του 2017, εντάσσονταν στο πλαίσιο της διακρατικής συμφωνίας, βάσει της οποίας λειτουργεί η ΟΠΑΠ Κύπρου. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, η υπόθεση εναντίον της ΟΠΑΠ Κύπρου ξεκίνησε όταν ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης ζήτησε από τη γενική λογίστρια τον Δεκέμβριο του 2016 τη διενέργεια οικονομικού ελέγχου στην ΟΠΑΠ Κύπρου για τα έτη 2013-2016. Ο οικονομικός έλεγχος διεξήχθη τον Ιανουάριο του 2017, ωστόσο «δεν επετράπη στους λειτουργούς του Γενικού Λογιστηρίου η επιθεώρηση των λογιστικών βιβλίων της ΟΠΑΠ (...), παρά μόνο ο λογιστικός έλεγχος για ορισμένες χορηγίες του 2016». Ακολούθως, αν και η ΟΠΑΠ παραχώρησε πρόσβαση στα αρχεία της, η γενική λογίστρια ήθελε να κρατήσει αντίγραφα, ενώ περαιτέρω εξασφάλισε γνωμάτευση από τον γενικό εισαγγελέα που απέρριπτε το αίτημα της ΟΠΑΠ για εμπιστευτικότητα των πληροφοριών. Τον Ιούνιο του 2017, η Αστυνομία εξασφάλισε ένταλμα έρευνας στα γραφεία της ΟΠΑΠ, το οποίο όμως ακυρώθηκε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2017 από το Ανώτατο. Για δεύτερη φορά χθες το Ανώτατο ακύρωσε το αίτημα των αρχών.

Η θέση της Αστυνομίας ενώπιον του Ανωτάτου ήταν πως «με τα γεγονότα που παρουσίασε ο γενικός ελεγκτής προκύπτει η πιθανότητα διάπραξης αδικημάτων», τονίζοντας ότι ο έλεγχος της γενικής λογίστριας δεν ήταν απρόσκοπτος. Το Ανώτατο έκρινε χθες ότι τα στοιχεία που έθεσε η Αστυνομία ήταν «αόριστα και ασαφή και δεν ήταν ικανά για να του δημιουργήσουν την απαιτούμενη εύλογη υπόνοια διάπραξης των αδικημάτων», αφού έλειπε το συστατικό μέρος των υπό διερεύνηση αδικημάτων, δηλαδή η συμφωνία της κατηγορούμενης ΟΠΑΠ με άλλο πρόσωπο για την ελεγχόμενη διάπραξη των αδικημάτων της συνωμοσίας, της καταδολίευσης κ.λπ. Σύμφωνα με το Ανώτατο, «ασαφής εικόνα παρουσιάζεται» και για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της τήρησης ψευδούς λογαριασμού, ενώ για τον έλεγχο της παραβίασης του νόμου περί Εισπράξεως Φόρων δεν διευκρινίστηκε καν η πρόνοια του νόμου που παραβιάστηκε. Κυρίως, το Ανώτατο κρίνει ότι όλες οι πληρωμές που ήθελε να ελέγξει ο γενικός ελεγκτής εντάσσονται στο πλαίσιο της διακρατικής συμφωνίας και άρα είναι νόμιμες.

Νέες έρευνες για τον «ευσυνείδητο πολίτη»

Τον Ιανουάριο του 2018 η ΟΠΑΠ Κύπρου είχε καταγγείλει τον γενικό ελεγκτή και τρίτο πρόσωπο στην Αστυνομία, στην Κεντρική Τράπεζα και στην επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για παραβίαση νομοθεσιών, περιλαμβανομένων της παραβίασης τραπεζικού απορρήτου, του απορρήτου των επικοινωνιών και του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η χθεσινή απόφαση του Ανωτάτου, η οποία είναι η δεύτερη επί του ιδίου αιτήματος της Αστυνομίας σε διάστημα έξι μηνών, ανοίγει τον κύκλο της έρευνας εναντίον του γενικού ελεγκτή, ο οποίος ζήτησε την έρευνα εναντίον της ΟΠΑΠ επικαλούμενος τις πληρωμές σε δικηγόρο (ύψους 65.450 ευρώ), τις πληρωμές σε ελεγκτικό οίκο (ύψους 238.000 ευρώ) και τα εμβάσματα της ΟΠΑΠ Κύπρου σε λογαριασμό στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ύψους 25.000 ευρώ μηνιαίως) για τη νόμιμη αγορά υπηρεσιών, όπως αποδείχθηκε από την ΟΠΑΠ. Όπως προκύπτει από την καταγγελία της ΟΠΑΠ και τις σχετικές θέσεις που υποστήριξε δημόσια ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης, τα στοιχεία αυτά έφτασαν στην Ελεγκτική Υπηρεσία από «ευσυνείδητο πολίτη», ο οποίος όμως, όπως αποδεικνύεται, απέκτησε πρόσβαση στα στοιχεία με ενδεχομένως παράνομο τρόπο (δηλαδή κατά παράβαση του τραπεζικού απορρήτου κ.λπ.). Αν και υποτίθεται πως η Αστυνομία ολοκλήρωσε την έρευνα των καταγγελιών της ΟΠΑΠ, η απόφαση του Ανωτάτου ανοίγει νέο κύκλο ερευνών για την υπόθεση, αφού αποδεικνύει το νόμιμο των πληρωμών της ΟΠΑΠ. Όπως πληροφορείται ο «Π», ένας από τους τρεις θεσμούς στους οποίους κατήγγειλε τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη η ΟΠΑΠ ξεκίνησε ήδη χθες έρευνα υπό το φως της απόφασης του Ανωτάτου.

Δεύτερη για θεσμούς

Η προσπάθεια των ανεξάρτητων αξιωματούχων να πετύχουν την ποινική διερεύνηση εναντίον της ΟΠΑΠ Κύπρου με βάση την εύλογη υποψία τους ότι η διακρατική συμφωνία (που ισχύει από το 2003) δεν εφαρμόζεται υπέρ του κράτους, δεν είναι η πρώτη που αποτυγχάνει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τον περασμένο Νοέμβριο σε μια ανάλογη διαδικασία, το Ανώτατο (με άλλο δικαστή) είχε λάβει ανάλογη απόφαση με χθες, ακυρώνοντας το ένταλμα που είχε εξασφαλίσει η Αστυνομία για πρόσβαση στους λογαριασμούς της ΟΠΑΠ Κύπρου. Η διαφορά της πρώτης απόφασης του Ανωτάτου με τη χθεσινή είναι ότι χθες θεωρήθηκαν εντεταγμένες στο πλαίσιο της διακρατικής συμφωνίας οι πληρωμές της ΟΠΑΠ, τον έλεγχο των οποίων ζητούσαν οι ανεξάρτητοι αξιωματούχοι (γενική λογίστρια, γενικός εισαγγελέας και γενικός ελεγκτής). Όπως προκύπτει, οι θεσμοί επανήλθαν επί των ιδίων γεγονότων και έφαγαν πόρτα από το Ανώτατο, σημειώνοντας μια πρωτοφανή πρωτιά στην ιστορία της Δημοκρατίας, αφού για το ίδιο ζήτημα το Ανώτατο εξέδωσε δύο certiorari σε διάστημα έξι μηνών. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στη δεύτερη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου αποδείχθηκε ότι η Αστυνομία απέκρυψε στοιχεία, όπως επιστολή του γενικού εισαγγελέα (ημερ. 3 Μαρτίου 2017), στην οποία καταγράφεται ρητή παραδοχή για την ύπαρξη νομικών εμποδίων στην παράδοση των εγγράφων, τα οποία ζητούσε να ελέγξει η γενική λογίστρια καθ’ υπόδειξη του γενικού ελεγκτή.


Επιστροφή
στην αρχή