Αγόρασε χρόνο η Τράπεζα Κύπρου

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας προχωρεί με ενισχυμένη αυτοπεποίθηση στη διαδικασία ελέγχου από τους Ευρωπαίους επόπτες..

Πίσω από τον πανηγυρικό τόνο της ανακοίνωσης πώλησης χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων δανείων με μεικτή λογιστική αξία ύψους 2,8 δισ. ευρώ δανείων από την Τράπεζα Κύπρου, μπορεί κάποιος να δει μόνο ανακούφιση. 

Οι υπογραφές της πώλησης των δανείων, γνωστό ως «Project Helix», έπεσαν στις 06:28 το πρωί της Τρίτης 28 Αυγούστου. Δηλαδή, μερικές ώρες πριν από την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων όλα ήταν ακόμη ρευστά. Η εξάντληση ήταν έκδηλη στην ομάδα των τραπεζιτών που χειρίστηκε την πώληση και που δούλευε όλο το βράδυ. Ο ρόλος του διευθύνοντος συμβούλου της τράπεζας, John P. Hourican, ήταν καταλυτικός. Οι προσωπικές του επαφές και η παρουσία του στο Λονδίνο ήταν που έσωσαν τη συμφωνία όταν όλα έδειχναν πως αυτή θα στράβωνε. Του πιστώθηκε η συμφωνία και ο ίδιος ανανέωσε για ακόμη δύο χρόνια την παρουσία του στο τιμόνι της τράπεζας.  Και όμως, όταν αναλάμβανε τις τύχες της τράπεζας -στο μακρινό πλέον 2013- ο κ. Hourican προσπάθησε να αποτρέψει την πώληση δανείων. Και αυτό μέχρι το καλοκαίρι του 2017, οπότε και οι επόπτες υποχρέωσαν και την Τράπεζα Κύπρου να αυξήσει τις προβλέψεις επί των δανείων κατά 500 εκατ. ευρώ και έγινε ξεκάθαρο πως η πώληση των δανείων θα πρέπει να είναι ο πρωταρχικός σκοπός.

Γνώριζαν όλοι πως οι συνέπειες της μη ύπαρξης συμφωνίας πώλησης θα ήταν καταστροφικές, θα μπορούσε να πάθει ακόμη και ό,τι ο  Συνεργατισμός η τράπεζα, ή ακόμη χειρότερα, ό,τι η Λαϊκή. Ναι, πλέον τα κουφάρια των δυο ιστορικών χρηματοδοτικών οργανισμών απέμειναν να στοιχειώνουν τον τραπεζικό κόσμο, όπως η ισπανική μαύρη χολέρα του Μεσαίωνα το σύστημα υγείας.

Με τα χειρότερα σενάρια πίσω της, η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας προχωρά με ενισχυμένη αυτοπεποίθηση στη διαδικασία ελέγχου από τους Ευρωπαίους επόπτες τον Σεπτέμβριο, τα γνωστά stress test στα οποία υπόκεινται οι συστημικές τράπεζες της ευρωζώνης. Πλέον όλοι ξέρουν πως η τράπεζα εκπλήρωσε τους όρους που της είχαν τεθεί πέρσι το καλοκαίρι και κατέγραψε την απαιτούμενη πρόοδο στα ΜΕΔ. 

Το σύστημα

Ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα έβγαλε από τα βιβλία του μη εξυπηρετούμενα δάνεια αξίας άνω των 10 δισ. ευρώ, καθώς είχαν προηγηθεί και τα 7,2 δισ. ευρώ που πήρε από τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα το κράτος. 

Η σαφής αυτή βελτίωση έφερε από τον οίκο αξιολόγησης Standard and Poor’s την αναβάθμιση της μακροχρόνια αξιολόγηση της Τράπεζας Κύπρου κατά μία βαθμίδα στο Β+ από Β. Ο οίκος επικαλείται την πώληση του δανειακού χαρτοφυλακίου για να δικαιολογήσει την αναβάθμιση.

Τα «ασημικά»

Από την τιμή πώλησης μπορούμε να συμπεράνουμε πως πρόκειται για τα «ασημικά της γιαγιάς» που πωλήθηκαν. Δάνεια, που παρόλο ότι ήταν μη εξυπηρετούμενα, έφερναν χρήμα στα ταμεία ή είχαν ισχυρές εξασφαλίσεις που τα καθιστούσαν πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία για την τράπεζα. Η τράπεζα τα κράτησε αυτά τα δάνεια όσο περισσότερο καιρό της επέτρεψαν οι επόπτες. Τα γυάλισε και τα έβγαλε μπροστά στη βιτρίνα και με τον κατάλληλο φωτισμό και την πιστοποίηση ανάκτησης που της έδωσε η νέα τραπεζική νομοθεσία, τα πώλησε αγοράζοντας χρόνο για να κάνει το ίδιο και για τα εναπομείναντα 5,2 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων που εξακολουθεί να διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό της.

Η μείωση στα ΜΕΔ της Τράπεζας Κύπρου υπήρξε εντυπωσιακή. Από τα 15 δισ. ευρώ το 2015 στα 5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το γεγονός πως τα ΜΕΔ παραμένουν ακόμη στο 35% του δανειακού χαρτοφυλακίου είναι περισσότερο από προβληματικό. Και αυτό γιατί για τα τραπεζικά πρότυπα τα ΜΕΔ δεν πρέπει να ξεπερνούν το 3% και στην υπόλοιπη ευρωζώνη, με εξαίρεση την Ελλάδα, τα ΜΕΔ δεν ξεπερνούν το 20%. Έχοντας αυτό υπόψη, αλλά και την όλο και περισσότερη πίεση από τους επόπτες καθώς θα πλησιάζουμε προς την τραπεζική ενοποίηση, είναι σίγουρο πως, τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Ελληνική Τράπεζα, θα προχωρήσουν σε νέες πωλήσεις μέσα στο 2019. Θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως και οι δύο θα προσφέρουν το σχέδιο «Εστία» στους πελάτες τους σε μια ύστατη προσπάθεια να τους καταστήσουν εξυπηρετούμενους. 

Την ίδια ώρα, και οι δύο συστημικές τράπεζες καλούνται να ανεβάσουν την κερδοφορία τους και να μειώσουν το κόστος λειτουργίας τους για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις που θέτουν οι επόπτες, αλλά και στις σύγχρονες τραπεζικές πραγματικότητες.


Επιστροφή
στην αρχή