Αγώνας επιχειρηματολογίας στη Βρετανία για τα Γλυπτά του Παρθενώνα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ /ΔΙΕΘΝΗ

Η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επικεντρώθηκε στο παρόν και στο μέλλον, δηλαδή ποιο είναι το καλύτερο μέρος για να στεγάζονται τα Γλυπτά.

Αγώνας επιχειρηματολογίας με θέμα το κατά πόσο τα Γλυπτά του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο θα πρέπει να παραμείνουν στο Λονδίνο ή να επιστρέψουν στην Αθήνα, διοργανώθηκε από το Wadham College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης στο χώρο του λονδρέζικου μουσείου.
 
Τα επιχειρήματα υπέρ της επιστροφής και επανένωσης των Γλυπτών ανέλαβαν να αναπτύξουν ο κάτοχος της έδρας Α.Γ. Λεβέντη και επίτιμος καθηγητής Ελληνικού Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ Πολ Κάρτλετζ και η καθηγήτρια στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών και στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του King’s College του Λονδίνου Ήντιθ Χολ. Αμφότεροι είναι μέλη της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Μαρμάρων του Παρθενώνα (Αντιπρόεδρος ο καθ. Κάρτλετζ).
 
Την αντίπαλη πλευρά εκπροσώπησαν η συγγραφέας Τίφανι Τζένκινς και ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ντόμινικ Σέλγουντ.
 
Η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία επικεντρώθηκε στο παρόν και στο μέλλον, δηλαδή ποιο είναι το καλύτερο μέρος για να στεγάζονται και να εκτίθενται τα Γλυπτά.
 
Οι καθηγητές Κάρτλετζ και Χολ έδωσαν έμφαση στο πόσο «αφύσικο» και «οδυνηρό» είναι ένα ενιαίο έργο τέχνης, όπως ο γλυπτός διάκοσμος του Παρθενώνα, να έχει αυθαίρετα κατακρεουργηθεί και να εκτίθεται διαμελισμένο σε περισσότερους από έναν χώρους. «Φανταστείτε η Μόνα Λίζα να ήταν μισή στη Βενετία και μισή στο Παρίσι», ανέφερε χαρακτηριστικά ο καθηγητής Κάρτλετζ.
 
Και οι δύο ομιλητές απέρριψαν ως κινδυνολογία τις προειδοποιήσεις πως μία επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα θα δημιουργούσε προηγούμενο που θα απειλούσε τις συλλογές των μουσείων παγκοσμίως. Όπως σημείωσαν, τα Γλυπτά του Παρθενώνα είναι μία μοναδική και πραγματικά ειδική περίπτωση, ακριβώς λόγω του ενιαίου χαρακτήρα και προορισμού τους και της ιδιαίτερης αξίας τους για την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.
 
Η αντίπαλη πλευρά ισχυρίστηκε ότι ένα έργο τέχνης δεν είναι απαραίτητο να «ανήκει» για πάντα στη χώρα που το δημιούργησε. Η κα Τζένκινς και ο κ. Σέλγουντ είπαν επίσης ότι είναι σημαντικό για τους επισκέπτες του Βρετανικού Μουσείου να βλέπουν τα αθηναϊκά γλυπτά  μαζί με αριστουργήματα από άλλους αρχαίους πολιτισμούς (ρωμαϊκό, αιγυπτιακό, ασσυριακό κτλ.), ως κομμάτι της διήγησης της ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού συνολικά.
 
Επ’ αυτού, ωστόσο, σημειώθηκε ότι συγκεκριμένα τα Γλυπτά του Παρθενώνα θα πρόσφεραν στον επισκέπτη-θεατή μεγαλύτερο και σαφέστερο νόημα εάν τα έβλεπε ως τμήμα ενός ενιαίου έργου και ότι αντ’ αυτών τον κλασικό ελληνικό πολιτισμό στη διήγηση του Βρετανικού Μουσείου θα μπορούσαν να έχουν πολλά άλλα αυτοτελή ελληνικά γλυπτά.
 
Τονίστηκε δε και η μοναδικότητα του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, τόσο ως προς το κτίριο αυτό καθ’ αυτό όσο και ως προς τη φυσική, αισθητική και οπτική γειτνίασή του με τον Παρθενώνα.
 
Το ακροατήριο, που αποτελούταν από φοιτητές και χορηγούς του Wadham College, είχε στην πλειοψηφία του δηλώσει πριν από την έναρξη της συζήτησης ότι υποστήριζε την παραμονή των Γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο. Παρά τη συγκροτημένη και σε ορισμένα σημεία αρκετά παθιασμένη επιχειρηματολογία τους, οι δυο Βρετανοί καθηγητές δεν κατάφεραν να μεταπείσουν αρκετά εκ των μελών του ακροατηρίου, με αποτέλεσμα να ηττηθούν από τους υποστηρικτές της παραμονής των Γλυπτών στο Λονδίνο.
 
Παρόλα αυτά, όπως επισημάνθηκε, το ακροατήριο δεν αποτελούσε ενδεικτικό δείγμα του βρετανικού κοινού, το οποίο στις πιο πρόσφατες σχετικές δημοσκοπήσεις έχει ταχθεί υπέρ της επανένωσης των Γλυπτών στη φυσική τους έδρα, την Αθήνα.

ΚΥΠΕ


Επιστροφή
στην αρχή