Αυτή η αφηρημάδα είναι διαφορετική

ΑΠΟΨΗ /ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Η Φαϊζέ σκεφτόταν τον Άγιο Θεόδωρο, ο Σενέρ την Καλαβασό και οι Οντέρ και Γιασάρ τη Λεμεσό. Αυτή η αφηρημάδα είναι διαφορετική.

Οταν φτάσαμε στον Άγιο Θεόδωρο κατάλαβα γι’ άλλη μια φορά τι σημαίνει προσφυγιά. Πόσο δύσκολη είναι. Καθώς φωτογράφιζα τη Φαϊζέ στο χαλασμένο σκαλοπάτι του δεύτερου ορόφου του σπιτιού στο οποίο γεννήθηκε, κατάλαβα καλύτερα γιατί είπε «Πικράθηκα στα ελληνικά, λυπήθηκα στα τουρκικά».

Ιδού, δικό της ήταν αυτό το πλίνθινο σπίτι που στεκόταν έτσι θλιμμένο χωρίς στέγη και παράθυρα απέναντί μας ανάμεσα στα κλαδιά της συκιάς και της ροδιάς κάτω από τον αυγουστιάτικο ήλιο. Η ποιήτριά μας γεννήθηκε σε αυτό το σπίτι που ατενίζει το χωριό από τον λόφο, αγαπητέ αναγνώστη.

Έτρεξε, έπαιξε, οδήγησε ποδήλατο στον στενό δρόμο που βλέπεις, στις δύο πλευρές του οποίου κρέμονται κλαδιά. Περνούσε κάθε πρωί από εκείνο το ρυάκι και πήγαινε σχολείο. Κάποτε υπερχείλιζε το ρυάκι. Αν δεν πιστεύεις, ρώτησε το δέντρο στον κήπο. Ρώτησε τα μελένια σύκα. Ρώτησε τα ρόδια που αρχίζουν να κοκκινίζουν. Ήθελε καθόλου να σηκωθεί να φύγει; Ήθελε να αφήσει αυτό τον λόφο, αυτούς του κήπους, αυτό το ρυάκι και να φύγει; Ήθελε να συνεχίσει τη ζωή της αλλού, σε ένα ελληνοκυπριακό σπίτι στον Άγιο Σέργιο; Πώς θυμάται τα πάντα σαν να ήταν χθες. Το πώς η μητέρα της έφτιαχνε ζιβανία από τα σταφύλια στα αμπέλια. Το Χάνι της Σκαρίνου.

Το κέφι του πατέρα της που τραγουδούσε. Και το βλήμα του όλμου που έπεσε πάνω στο γραμμόφωνο του σπιτιού τους το 1967. Τους συγγενείς της που τους επισκέπτονταν στη Λευκωσία και το σχολείο της, τον δρόμο προς το οποίο είχε φάει με το κουταλάκι. Ήταν δέκα χρονών όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αυτά τα μέρη. Έφυγαν. Και δεν επέστρεψαν ξανά.


Η Καλαβασός ίσως να μην μου ερχόταν καθόλου στο μυαλό, αν σε εκείνο το χωριό δεν είχε γεννηθεί ο Σενέρ Ελτσίλ. Περνάει και πάει σάμπως και περνούσε από τον ίδιο δρόμο εδώ και σαράντα χρόνια. Μιλώντας μας για τους λόφους, τα δέντρα και το τρένο. Μας δείχνει το σπίτι στο οποίο γεννήθηκε. Ένα συμπαθητικό, φροντισμένο μονώροφο σπίτι. Είναι φανερό ότι έχει νέους ενοίκους το σπίτι. «Ήταν το 1963 όταν γεννήθηκα σε αυτό το σπίτι», λέει. Όπως και η Φαϊζέ, ούτε αυτός δεν κοιτάει απλώς εκείνα τα σοκάκια, εκείνα τα σπίτια. Και ξαφνικά γνωριζόμαστε με τον Κυριάκο στην πλατεία του χωριού. Τον Κυριάκο από το Βαρώσι.

Είναι σε αυτό το χωριό εδώ και 34 χρόνια. Λειτουργεί μια ταβέρνα. «Αν ανοίξουν το Βαρώσι υπό τουρκική διοίκηση, θα επιστρέψεις Κυριάκο;» τον ρώτησα. «Δύσκολη ερώτηση, εξαρτάται από τις συνθήκες», μου είπε πρώτα. Αλλά ύστερα μου είπε «σίγουρα θα επιστρέψω». Μέχρι την ηλικία των δέκα χρόνων έζησε και εκείνος στο Βαρώσι. Αλλά και εκείνος θυμάται τα πάντα πολύ καλά. Οι γονείς του έφυγαν από τη ζωή με τη νοσταλγία του Βαρωσιού. Η προσφυγιά είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη. Πώς άντεξαν αυτό τον πόνο χιλιάδες πρόσφυγες σε αυτό το νησί τόσα χρόνια; Να εκδιωχθείς από τα εδάφη που γεννήθηκες και να μην επιστρέψεις ξανά εκεί. Τι μεγάλος καημός…


Μπαίνοντας στη Λεμεσό αυτός ο καημός κορυφώθηκε. Δεν είναι παίξε-γέλασε. Είμαστε μαζί με Λεμεσιανούς. Ο Οντέρ και ο Γιασιάρ σάμπως και ξαναγεννήθηκαν. Περάσαμε τη λεωφόρο από τη μια άκρη μέχρι την άλλη. Η πόλη σμίγει με τη θάλασσα. Σε όλες τις παραλίες υπάρχουν λουόμενοι και άνθρωποι που δροσίζονται. Πλέον οι δύο τους περιγράφουν τους δρόμους. Σε καθετί που κοιτάζουν βλέπουν μιαν ανάμνηση.

Πότε διηγείται ο Οντέρ και πότε ο Γιασάρ. Ιδού, αυτή είναι η γειτονιά του Αρναούτ. Εκεί είναι το σπίτι της θείας μου. Εκεί είναι ο σουβλιτζής. Εκεί είναι το σπίτι της Φιλίζ και πιο πέρα του Μουσά. Και εκεί είναι το σπίτι του Μουσταφά Ακιντζί. «Και ιδού, αυτό είναι το σπίτι που γεννήθηκα εγώ», λέει ο Γιασάρ. Βρίσκεται απέναντι από το σπίτι του Οντέρ. Αλλά το σπίτι του Οντέρ δεν υπάρχει πια. Το γκρέμισαν.

Μας δείχνουν τους κινηματογράφους «Ταξίμ» και «Σαχίν». Μας διηγούνται τις βραδιές που διασκέδαζαν στο πάρκο. Έτρεξαν και έπαιξαν σε αυτούς τους δρόμους. Εδώ έζησαν τους πρώτους τους έρωτες, λένε. Σε αυτά τα παγκάκια κάθονταν τις καλοκαιρινές βραδιές.
Στο καφενείο που πίναμε καφέ γνωριστήκαμε με έναν μεσήλικα ιερέα. Ήταν, λέει, ο παπα-Μιχάλης, επικεφαλής ιερέας της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου. «Υπάρχει Θεός;» τον ρώτησα. «Αν δεν υπήρχε Θεός, δεν θα καθόμασταν τώρα εδώ μαζί σου», μου είπε. Τον ρώτησα και πάλι: «Αν υπάρχει Θεός, γιατί συνέβησαν όλα αυτά σε τούτο το νησί;» Μου απάντησε όπως περίμενα: «Διότι διαπράξαμε πολλές αμαρτίες!»


Καθώς επιστρέφαμε στη Λευκωσία πλάκωσε πάνω μας μια αφηρημάδα. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι η Φαϊζέ σκεφτόταν τον Άγιο Θεόδωρο, ο Σενέρ την Καλαβασό και οι Οντέρ και Γιασάρ τη Λεμεσό. Αυτή η αφηρημάδα είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να την περιγράψω.

Oι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευσή τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν.

Διαβάστε επίσης:

ΑΠΟΨΗ

Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση: Η πραγματικότητα πίσω από το επίμαχο θέμα

Πολίτης News, 18.10.2017

ΑΠΟΨΗ

Αστεροσκοπείο και Αστεροσχολείο

Πολίτης News, 18.10.2017

ΑΠΟΨΗ

Επεξεργασία απορριμμάτων (Της Θεανώς Καλαβανά)

ΘΕΑΝΩ ΚΑΛΑΒΑΝΑ, 17.10.2017

Επιστροφή
στην αρχή